37

«Προσπαθήσαμε για λύση συναινετική» δήλωσε στο κυριακάτικο κήρυγμά του ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αναφερόμενες στη ρήξη των σχέσεων του με το Φανάρι. Από την πλευρά του ο Οικουμενικός Πατριάρχης καταλόγισε στον κ.Χριστόδουλο υπέρμετρη φιλοδοξία.

Στο κήρυγμά του από το μητροπολιτικό ναό της Αθήνας, ο κ.Χριστόδουλος υποστήριξε ότι υπήρχε η θέληση να εξαντλήσουμε κάθε φιλειρηνικό μέσο που έχουμε στη διάθεσή μας, προκειμένου να πετύχουμε συναινετική λύση.

Απηύθυνε επίσης έκκληση για ενότητα στους κόλπους της Εκκλησίας της Ελλάδος λέγοντας έχει καθήκον να διαφυλάξει την ενότητά της. «Μπορεί να υπάρχουν διαφωνίες σε δευτερεύοντα θέματα, επίορκοι όμως και υπονομευτές της ενότητας της Εκκλησίας είμαι βέβαιος ότι δεν θα υπάρξουν» τόνισε.

Από την άλλη, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος εξέφρασε την ελπίδα ότι σύντομα ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος θα αποδείξει εμπράκτως τον σεβασμό και την αγάπη του για το Οικουμενικό Πατριαρχείο και επανέλαβε την λύπη του για τα «δυσάρεστα» μέτρα που «αναγκάσθηκε», όπως είπε, να πάρει το Οικουμενικό Πατριαρχείο εναντίον του αρχιεπισκόπου Αθηνών.

«Σήμερα σε αυτή την Εκκλησία προσευχηθήκαμε όλοι μαζί οι ιεράρχες από διάφορα μέρη του κόσμου, που ευρίσκονται εις την Πόλιν μας και εις τας Αυλάς της Μητρός Εκκλησίας για ένα δυσάρεστο πλην αναγκαίο καθήκον» είπε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος από τον άμβωνα του ναού του Αγίου Γεωργίου Κυπαρυσσά στα Ψωμαθειά.

«Λυπηθήκαμε διότι για πρώτη φορά σήμερα στα δίπτυχα δεν ηκούσθη το όνομα του Μακαριωτάτου αρχιεπισκόπου Αθηνών» πρόσθεσε. «Ευχόμεθα σύντομα να αποδείξει η Αυτού Μακαριώτης έργω, δηλαδή εμπράκτως, και όχι μόνο λόγω, τον σεβασμόν και την τιμή του προς την Μητέρα Εκκλησία και τα απαράγραπτα δίκαια αυτής, τα οποία εσεβάσθησαν οι αιώνες και να επανέλθει το όνομα του στα δίπτυχα και να επανέλθει η αγάπη και η κοινωνία μεταξύ μας και μεταξύ των εκκλησιών μας» είπε ο Πατριάρχης και κατέλήξε: «Αυτή ήταν σήμερα η ιδιαιτέρα προσευχή μας κατά τη θείαν λειτουργία».

Ο καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου και συνεργάτης του αρχιεπισκόπου, Σπύρος Τρωιάνος, σχετικά με την προειδοποίηση περί άρσεως της Πράξεως του 1928, τόνισε πως «δεν είναι δυνατόν να γίνει, γιατί η υπαγωγή των Νέων Χωρών στη διοίκηση της Εκκλησίας συντελέστηκε όχι με την Πράξη, αλλά με τον νόμο 3.615 του 1928. Και το Πατριαρχείο δεν δικαιούται να καταλύει ελληνικούς νόμους. Ούτε μπορεί να εκλέξει, για τις υποτιθέμενες κενές μητροπόλεις, νέους αρχιερείς. Διότι, αν αυτοί εμφανιστούν οπουδήποτε, θα διωχθούν για αντιποίηση, που είναι ποινικό αδίκημα».

Ο καθηγητής της Πατρολογίας αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Σαββάτος επισημαίνει ότι οι εκλογές ήταν και «σύννομες και κανονικές, αφού τηρήθηκαν τόσο οι κείμενες διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας, όσο και οι όροι της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928». Μάλιστα θεωρεί πως «δεν υφίσταται καμία δικαιολογία κατηγορίας για εισπήδηση ή παρ ενορίαν πράξη».

Μετά την ανακοίνωση του Φαναρίου, ο μητροπολίτης Φιλίππων, Προκόπιος, δήλωσε στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία πως οι «οι αποφάσεις του Φαναρίου ήσαν αναμενόμενες και είχαν προδιαγραφεί σε επίσημα πατριαρχικά γράμματα και κείμενα».

Ο ίδιος προσέθεσε πως «αποκλειστική μέριμνα όλων πρέπει να γίνει η αποκατάσταση της φυγαδευθείσης ειρήνης, η επαναφορά της ενότητας και η διατήρηση ομονοίας και κοινωνίας αγάπης των Εκκλησιών».

Από την πλευρά του ο μητροπολίτης Ζακύνθου, Χρυσόστομος, διευκρίνισε πως δεν αισθάνεται ικανοποιημένος ότι επαληθεύθηκε. «Λυπάμαι ότι οι προσπάθειές μου μέσα στην Ιεραρχία, για να αποφευχθεί η σημερινή πραγματικότητα, δεν έγιναν αποδεκτές από τον αρχιεπίσκοπο. Είναι θλιβερό ότι στα 6 χρόνια της αρχιεπισκοπίας του έχουμε τη δυνατότητα να απαριθμήσουμε πολλά και τεράστια λάθη που συνδέονται με τον εγωπαθή χαρακτήρα του».

Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων, Θεόκλητος, μετά από μακρά περίοδο σιωπής, επισημαίνει: «Δυστυχώς τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, με συνευθύνη πολλών, οι οποίοι παρέλειψαν τα καθήκοντά τους απέναντι στην Εκκλησία. Καιρός για έντονη περισυλλογή, που θα μας βοηθήσει να φθάσουμε στην αναγκαία μεταμέλεια. Θεωρώ την απόφαση της μείζονος ενδημούσης συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως σοφή απόφαση, που παρέχει τις δυνατότητες της μετανοίας».

Όπως αναφέρει Το Βήμα της Κυριακής, είναι αναπόφευκτο να υπάρξει διχασμός των ορθοδόξων στην Ελλάδα και ο διαχωρισμός τους σε «χριστοδουλικούς» και «αντιχριστοδουλικούς». Αγνωστη είναι ακόμη η στάση που θα κρατήσουν οι θρησκευτικές οργανώσεις, ιδιαιτέρως στις μητροπόλεις των «Νέων Χωρών».

Η διαίρεση αναμένεται να ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας και να επηρεάσει την ομογένεια, ειδικά στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, όπου η παρουσία Ελλήνων πρώτης γενιάς είναι συμπαγής.

Μάλιστα, ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αμερικής Σπυρίδων δήλωσε ότι «η κατάσταση εμφανίζεται ανησυχητική και ως προς τις πολιτικές προεκτάσεις της […] σε μια κρίσιμη καμπή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο χώρο των εθνικών θεμάτων».

Οι συνέπειες αναμένεται να επιφέρουν και διάσπαση των ελληνόφωνων εκκλησιών στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας. Την τελευταία τετραετία οι ελληνόφωνες εκκλησίες αντιμετώπιζαν ποικίλλα προβλήματα στη μεταξύ τους επικοινωνίας. Ύστερα όμως από τις νέες εξελίξεις, ακόμη και η υποτυπώδης ενότητα που υπήρχε αποτελεί παρελθόν.

Παράλληλα, αναμένεται να ενισχυθούν οι σλαβόφωνες εκκλησίες με πρώτο το Πατριαρχείο της Ρωσίας, αφού μεταξύ άλλων έχουν αρχίσει οι φωνές ορισμένων που αναφέρονται στις διενέξεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχη Μόσχας Αλεξίου, δίνοντας δίκιο στον δεύτερο.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΜΠΕ