38

Την απόφαση να σταλεί ο κατάλογος με τους υποψηφίους για τον μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλονίκης στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για απλή ενημέρωση έλαβε η Διαρκής Ιερά Σύνοδο στη συνεδρίαση της Τετάρτης, παρά τις περί αντιθέτου δηλώσεις ορισμένων ιεραρχών πλήν του αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, ο οποίος επισήμως ετήρησε σιωπή.

Έπειτα από συζήτηση πέντε ωρών φαίνεται πως στην Ιερά Σύνοδο επικράτησε ψυχραιμία, καθώς κατέπεσαν οι «κορώνες» που είχαν ακουστεί και άλλες είχαν διοχετευθεί στον Τύπο που συνέτειναν στο ότι «δεν προσφέρουμε και δεν δίδουμε το παραμικρό». Ακόμη και αργά το βράδυ της Τρίτης ο αρχιεπίσκοπος εφέρετο να προσανατολίζεται να μη σταλεί ο κατάλογος ούτε προς έγκριση ούτε προς ενημέρωση, διότι αυτό θα συνιστούσε ήττα.

Την Τετάρτη, προφανώς λόγω του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στην Ιερά Σύνοδο, ελήφθη απόφαση που μάλλον εκτιμάται ως «μέση οδός».

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αποφασίσθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου, αλλά να διαβάσει απλώς το ανακοινωθέν και να αποχωρήσει.

Τα όσα αναφέρονται στο ανακοινωθέν είναι χαρακτηριστικά του κλίματος, αφού σημειώνεται ότι η Σύνοδος «υπερβαίνουσα εξ αγάπης τα δικαιώματα της Εκκλησίας μας, αποφάσισε να αποστείλει προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον εγκεκριμένο υπό της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της κατάλογο των εκλογίμων, όχι βέβαια προς έγκριση, αλλά προς απλή ενημέρωση».

Στη συνέχεια τονίζεται: «Συναφώς η Εκκλησία της Ελλάδος με αδελφική διάθεση και ειλικρινή σεβασμό αποφάσισε να αποστείλει λεπτομερή επεξηγηματική επιστολή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην οποία παρουσιάζει την πραγματικότητα επί του θέματος, το οποίο ανέκυψε».

Επίσης παρατίθενται τα «επιχειρήματα της Ιεράς Συνόδου», σύμφωνα με τα οποία δεν υποχρεώνεται η Εκκλησία να στείλει τον κατάλογο ούτε προς έγκριση ούτε προς ενημέρωση, αν και στην τελευταία λύση κατέληξε η Σύνοδος «εξ αγάπης», όπως τονίζεται.

Έτσι, επισημαίνεται ότι ο πέμπτος όρος της Πατριαρχικής Πράξης του 1928 «τροποποιήθηκε κατόπιν κοινής συμφωνίας των δύο Εκκλησιών ήδη από τον Αύγουστο του 1929. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τότε κατανόησε τις βάσιμες αντιρρήσεις της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ότι με την Πράξη, όπως είχε αρχικώς διατυπωθεί, δεν ελαμβάνετο υπ όψιν το Νομικό Καθεστώς της Ελλάδος και ουσιαστικώς εθίγετο απαραδέκτως η Αυτοκεφαλία της Ελλάδος.

»Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός έκτοτε ουσία κατηργήθη. Οι δε ακολουθήσαντες Καταστατικοί Χάρτες της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν περιέλαβαν ποτέ τέτοια διάταξη. Κατά την εποχή δε των αειμνήστων Πατριαρχών Αθηναγόρου και Δημητρίου ούτε υπ αυτών εζητήθη ούτε περιελήφθη στον καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας μας η υποχρέωση να υποβάλλει κατάλογο υποψηφίων ιεραρχών προς έγκριση στο Πατριαρχείο, αλλά διατηρήθηκε μόνο η δυνατότητα του Πατριαρχείου να προτείνει και αυτό δια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών στην Ιερά Σύνοδο υποψηφίους της επιλογής του, χωρίς τούτο βέβαια να σημαίνει υποχρέωσή της να τους δεχθεί ως υποψηφίους ή να τους ψηφίσει, πράγμα το οποίο και σήμερα ισχύει.

»Το Συμβούλιο της Επικρατείας εξ άλλου, ερμηνεύοντας το Σύνταγμα της Ελλάδος, με αποφάσεις της Ολομελείας του, επιβεβαίωσε οτι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν έχει υποχρέωση να υποβάλλει τον κατάλογο προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο προς έγκριση».

Τέλος, σημειώνεται ότι δύο μητροπολίτες, ο Αρτης Ιγνάτιος και ο Κίτρους Αγαθόνικος, τάχθηκαν υπέρ του να μη σταλεί ο κατάλογος στο Πατριαρχείο. Οι υπόλοιποι, με επικεφαλής τον Νικοπόλεως Μελέτιο, τον Ναυπάκτου Ιερόθεο και τον Φθιώτιδος Νικόλαο, τάχθηκαν υπέρ του Πατριαρχείου.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ