Τι κοινό μπορεί να έχουν θύτες και θύματα μιας διπλής δολοφονίας του μακρινού παρελθόντος με τα πρόσωπα που απαρτίζουν δύο ζευγάρια σύγχρονων διανοούμενων; Με την πρώτη ματιά τίποτα. Όσο όμως η υπόθεση της ταινίας εκτυλίσσεται, τα απωθημένα, οι ερωτικές εμμονές και τα πάθη των τελευταίων συμπίπτουν σε κάποιο βαθμό με εκείνα των πρώτων και οι ταυτίσεις έρχονται ως φυσικό επακόλουθο. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το φονικό έλαβε χώρα το δέκατο ένατο αιώνα, σε μια απομονωμένη κατοικία ψαράδων νορβηγικής καταγωγής στο Χάλιφαξ. Ένα βράδυ, δύο γυναίκες βρέθηκαν κατακρεουργημένες και μια τρίτη σώθηκε καταφεύγοντας σε μια βραχώδη περιοχή. Αυτή υπέδειξε ως δράστη ένα ναυτικό που φιλοξενούνταν στο σπίτι. Η δίκη έγινε με συνοπτικές διαδικασίες και μολονότι ο κατηγορούμενος επέμενε για την αθωότητά του, ο επίλογος γράφτηκε σύντομα στην αγχόνη. Στη σύγχρονη εποχή πια, η φωτογράφος Τζιν Νίκολς αναλαμβάνει να κάνει ένα ρεπορτάζ γι’ αυτό το θέμα. Φτάνει λοιπόν στην περιοχή, συνοδευόμενη από τρία ακόμη πρόσωπα: το σύζυγό της και διάσημο ποιητή, Τόμας Τζέινς, τον αδελφό του, Ριτς, και τη νέα σύντροφο του τελευταίου, Ανταλάιν. Όλοι μαζί επιβαίνουν στο ιστιοφόρο του Ριτς, που αγκυροβολεί στα ανοιχτά του κόλπου. Σύντομα, η Τζιν παθιάζεται με την υπόθεση και αρχίζει να ανακαλύπτει διάφορα στοιχεία που πιστεύει ότι θα την οδηγήσουν στην αλήθεια.
Η σκηνοθέτις Kathryn Bigelow καταφέρνει να φέρει με διακριτικό τρόπο στην επιφάνεια τις κρυφές σχέσεις και τις ψυχολογικές συνδέσεις των προσώπων και των γεγονότων. Παράλληλα, αποκρύπτει με μεγάλη μαστοριά το παρελθόν των ηρώων, για να το παρουσιάσει αργότερα, όταν το επιτάσσουν δραματουργικοί λόγοι. Τα περάσματα από το παρελθόν στο παρόν και τανάπαλιν γίνονται ομαλά και χωρίς ανούσιους εντυπωσιασμούς, ενώ οι ηθοποιοί, στο σύνολό τους, πετυχαίνουν πολύ υψηλού επιπέδου ερμηνείες. Οι καλύτερες στιγμές της ταινίας εντοπίζονται στις σκηνές του παρελθόντος. Με δεδομένη τη σύμβαση ότι όλα δείχνονται όπως τα αντιλαμβάνεται η Τζιν, οι σκηνές αυτές έχουν να επιδείξουν εκτός από θαυμάσια ανάπτυξη και μιαν αναμφισβήτητη εικαστική αρτιότητα. Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσεται το παρόν της ιστορίας επιδέχεται σίγουρα κριτική. Η αιτία δεν είναι άλλη από την ψευτοδιανοουμενίστικη οπτική που διέπει τα πάντα. Ο Τόμας και η Ανταλάιν συναγωνίζονται στην απαγγελία χωρίων από ποιήματα -κάτι που δεν εμποδίζει την τελευταία να δίνει σε κάποια στιγμή πραγματικό σόου, με μόνο εργαλείο ένα παγάκι το οποίο περιφέρει στο ημίγυμνο κορμί της κάτω από το βλέμμα του Τόμας-, ενώ το πάθος της Τζιν για την υπόθεση της δολοφονίας, καθώς και οι ταυτίσεις στις οποίες καταφεύγει δεν δικαιολογούνται απόλυτα από τα γεγονότα. Όσο για το χαρακτήρα του Τόμας, αυτός αποτελεί μνημείο κοινοτοπίας. Ο τύπος του κυνικού, αυτοκαταστροφικού, «καταραμένου» ποιητή που είναι δέσμιος του αλκοόλ και της λαγνείας, μοιάζει να έχει βγει από το μακρινό κινηματογραφικό παρελθόν και δύσκολα ταιριάζει στην εποχή μας. Παρ΄ όλα αυτά, σε γενικές γραμμές, η ταινία δεν στερείται αρετών, γεγονός που την κάνει μία από τις καλές προτάσεις για μια βραδιά.