Ένας διάσημος, ηλικιωμένος ηθοποιός του θεάτρου προσπαθεί να μείνει όρθιος και να υπερνικήσει την ξαφνική απώλεια των αγαπημένων του προσώπων, ενώ την ίδια στιγμή τα πάντα συνηγορούν στο να παραιτηθεί από κάθε μάχη.

Πρωτότυπος τίτλος: Je Rentre A La Maison

Γενικά στοιχεία: Γαλλία, Πορτογαλία, 2001, 90 λεπτά, 1,66:1

Πρώτη προβολή: 26/10/2001

Σκηνοθεσία: Manuel de Oliveira

Σενάριο: Manuel de Oliveira

Παραγωγή: Paulo Branco

Μοντάζ: Valerie Loiseleux

Φωτογραφία: Sabine Lancelin

Παίζουν: Michel Piccoli, John Malkovich, Catherine Deneuve

Διανομή: ΑΜΑ Films



Είναι συγκινητικό να βλέπει κανείς έναν άνθρωπο που έχει περάσει την ένατη δεκαετία της ζωής του να μην το βάζει κάτω και να συνεχίζει να παράγει έργα ποιότητας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά παράλληλα να αναμετριέται με έννοιες όπως η απώλεια, η παραίτηση ή ο θάνατος και να αποδέχεται στωικά αλλά υπερήφανα την κοινή ανθρώπινη μοίρα.

O ενενηντατριάχρονος(!) Πορτογάλος σκηνοθέτης Μανοέλ ντε Ολιβέιρα, λοιπόν, στην 34η κατά σειρά ταινία του (έχει γυρίσει 12 τα τελευταία 10 χρόνια!), διαλέγει για ήρωα έναν ηλικιωμένο Γάλλο ηθοποιό, που αποζητεί τη γαλήνη. Ο Ζιλμπέρ Βαλάνς έχει γνωρίσει πολλές στιγμές δημιουργίας στη διάρκεια της ζωής του. Ο κόσμος τον αναγνωρίζει και τον σέβεται, ενώ οι προτάσεις για νέες δουλειές δεν σταματούν να φτάνουν. Στην αρχή της ταινίας, ερμηνεύει στη σκηνή τον ξεμωραμένο βασιλιά Μπέρενγκερ, τον ήρωα του έργου του Ιονέσκο «Ο Βασιλιάς Πεθαίνει» -έναν ήρωα που, παρά την οικτρή κατάστασή του, δεν αποφασίζει να αποχωρήσει από το θρόνο και τη ζωή. Στα παρασκήνια, κάποιοι άνδρες περιμένουν να τελειώσει η παράσταση, για να ανακοινώσουν στον Ζιλμπέρ μια τραγική είδηση: η σύζυγός του, η κόρη του και ο γαμπρός του σκοτώθηκαν σε τροχαίο ατύχημα. Εκείνος δείχνει να αποδέχεται ψύχραιμα την απώλεια και ξεκινά ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του, έχοντας πια υπό την προστασία του το μικρό ορφανό εγγονό του.



Όμως όλα μοιάζουν να προσπαθούν να του πουν ότι πρέπει να αποχωρήσει. Το αγαπημένο του τραπέζι στο καφέ στο οποίο συχνάζει, το εποφθαλμιά με επιμονή ένας άλλος πελάτης… Τα ολοκαίνουριά του παπούτσια καταλήγουν στα χέρια ενός νεαρού ληστή. Ο ίδιος με δυσκολία αποχωρίζεται το κρεβάτι του και με βαριά καρδιά ακούει τις συνεχείς προτάσεις για καινούριες δουλειές από τον ατζέντη του. Τελικά ενδίδει σε μια. Δέχεται να υποδυθεί ένα χαρακτήρα στην κινηματογραφική μεταφορά του «Οδυσσέα» του Τζόις, που σκηνοθετεί ένας Αμερικανός σκηνοθέτης. Ο χαρακτήρας απαιτεί ένα νεότερο ηθοποιό, όμως με το κατάλληλο μακιγιάζ, όπως τον διαβεβαιώνει ο σκηνοθέτης, δεν θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Τα γυρίσματα ξεκινούν και μαζί τους ξεκινά και η κατάρρευση του ήρωα.

Η ταινία, μοιραία, έχει μια πεσιμιστική πτυχή. Δεν λείπει όμως και το χιούμορ, καθώς και κάποιες στιγμές που ο ήρωας δείχνει να απολαμβάνει το γεγονός ότι βρίσκεται στο κατώφλι του θανάτου. Ο Ολιβέιρα αυτοσαρκάζεται για την επιμονή του να γυρνά ταινίες, τη στιγμή που οι συνομήλικοί του βρίσκονται σε οίκους ευγηρίας. Δείχνει να καταλαβαίνει πως πρέπει σιγά σιγά να αποχωρήσει από τις επάλξεις και να αναζητήσει τη γαλήνη. Και μέχρι να ξεκινήσει τα γυρίσματα της επόμενης ταινίας του -δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε πως αυτή είναι η τελευταία του δουλειά-, μας δηλώνει ότι «Γυρίζει Σπίτι».



Αν κάποιοι από τους θεατές κουραστούν από τους αργούς ρυθμούς του Ολιβέιρα ή τον υπερβολικό χρόνο που αφιερώνει στις εμφανίσεις του ήρωά του πάνω στη θεατρική σκηνή, ας παρηγορηθούν με τη σκέψη πως αυτή η ταινία είναι μια πραγματική «ζωντανή σύνδεση» με μια περιοχή και ένα θέμα που ο περισσότερος κόσμος συνειδητά ή ασυνείδητα απωθεί. Είναι μια κινηματογραφική ματιά στα γηρατειά, από το μοναδικό ίσως άνθρωπο παγκοσμίως που κατέχει τη γνώση τόσο του θέματος όσο και του μέσου (του κινηματογράφου).

Ο Μισέλ Πικολί είναι εξαιρετικός στο ρόλο του ηλικιωμένου ηθοποιού. Σε μικρότερους ρόλους εμφανίζονται ο Τζον Μάλκοβιτς και η Κατρίν Ντενέβ.


Γιώργος Παναγιωτάκης