Για το μήνα αυτό προτείνουμε μουσικές από τις Οινούσσες, ένα σύμπλεγμα εννέα βραχονησίδων του ανατολικού Αιγαίου, που παρουσιάζουν ένα μουσικό πλούτο… αντιστρόφως ανάλογο με το μέγεθός τους! Βρίσκονται στο στενό που χωρίζει τη Χίο από τη μικρασιατική χερσόνησο της Ερυθραίας και ακολούθησαν την ιστορική μοίρα της γειτονικής Χίου. Μαζί με τους Φούρνους ήταν ένα από τα καταφύγια για τους πειρατές που λυμαίνονταν την ανατολική Μεσόγειο. Οι ελάχιστοι πόροι των νησιών οδήγησαν τους κατοίκους προς τη ναυτιλία. Από τα μέσα του 19ου αιώνα μπάρκαραν σε διάφορα καράβια, ενώ σιγά σιγά «έχτισαν» το δικό τους στόλο στους ταρσανάδες της Χίου και της Μυτιλήνης.
Ξεναγοί μας στα «μουσικά μονοπάτια» της «Αιγνούσας», όπως την αποκαλούν, που περνούν ανάμεσα από τη Χίο, τη Μυτιλήνη και τη Μικρά Ασία, είναι τα μέλη του «Εν Χορδαίς». Η έκδοση αυτή είναι καρπός της επιτόπιας μουσικής έρευνας που έγινε στο νησί τα τελευταία χρόνια, από την οποία μέσα από ηχογραφήσεις και συνεντεύξεις συγκεντρώθηκαν πληροφορίες για το παλιό ρεπερτόριο του νησιού.
Τα δύο αυτά CD μάς δίνουν μια χορταστική εικόνα από το μουσικό προφίλ της Αιγνούσας. Τραγούδια και σκοποί «που ξεκίνησαν από τη Σμύρνη, για να τα πάρουν μετά τα νησιά» (όπως έλεγε και η παλιά Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου), πολλά από τα οποία πέρασαν και στη δισκογραφία των 78 στροφών από τη λεγόμενη «Σμυρνέικη Σχολή». Μεγάλο μέρος τους είτε διαδόθηκε είτε διατηρήθηκε στη συλλογική μνήμη μέσω του γραμμόφωνου, που υπήρχε στο νησί ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Έτσι λοιπόν, μπορούμε να ακούσουμε μια γοητευτική ποικιλία από καρσιλαμάδες και συρτά. Εύπλαστες μελωδικές γραμμές που πατούν γερά στους «δρόμους» της Ανατολής, με φωνές «που γυρίζουν σαν το ρολόι» (για να ξαναθυμηθούμε την Αγγέλα Παπάζογλου) αλλά και τσιφτετέλια και αμανέδες, ρεπερτόριο ιδιαίτερα διαδεδομένο και αγαπητό (και) στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Τονίζουμε ιδιαίτερα την περίπτωση του αμανέ που περιλαμβάνεται στο 2ο CD. Είναι μια από τις πολύ λίγες ηχογραφήσεις που η αυτοσχεδιαστική αυτή φόρμα δεν έχει περιοριστεί στα όρια του «δισκογραφικού τρίλεπτου», όπως υποχρεωτικά γινόταν με τους δίσκους του γραμμόφωνου παλαιότερα, όταν η δισκογράφηση του ρεπερτορίου αυτού ήταν πολύ διαδεδομένη. Οι φωνητικές φράσεις και τα οργανικά περάσματα αναπτύσσονται ελεύθερα και αβίαστα, δίνοντας ένα ιδιαίτερα γοητευτικό αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φωνητικά τραγούδια που είτε είναι συνδεδεμένα με το γάμο είτε τραγουδιούνται σε τελετουργικούς χορούς. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τα «Παινέματα της νύφης» σε δύο διαφορετικούς τύπους: ο ένας από τις Οινούσες και ο άλλος από το Μελί της Ερυθραίας, από όπου προέρχονται αρκετοί από τους πρόσφυγες του νησιού.
Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε το τραγούδι του «Άγιου Σίδερου», έναν τελετουργικό χορό που γινόταν παλαιότερα την Καθαρά Δευτέρα. Η ονομασία του προέρχεται από την παραφθορά του ονόματος του Αγίου Ισιδώρου, η οποία έχει να κάνει με τη μαγική διάσταση που δίνεται σε πολλά ονόματα αγίων, με σκοπό τον εξορκισμό του κακού και την επίκληση του καλού: Σίδερος – σιδερένιος, Ελευθέριος – λευτεριά (γέννα), Συμιός (Συμεών) – σημάδι κ.λπ. Ανήκει στον ακριτικό κύκλο και θέμα έχει την πάλη των αντριωμένων με το Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια. Ένα στοιχείο που υπογραμμίζει την παλαιότητά του είναι και ο ανομοιοκατάληκτος στίχος που χρησιμοποιείται, ο οποίος προηγείται χρονικά της «ρίμας» (ομοιοκαταληξία), που χαρακτηρίζει τις μουσικές του Αιγαίου από την εποχή της Ενετοκρατίας και εξής. Το τραγούδι καταλήγει με την παραίνεση για γλέντι και χορό, γιατί η ζωή είναι μικρή, θέμα πολύ αγαπητό ήδη από το αρχαιότερο σωζόμενο ελληνικό τραγούδι (Επιτάφιος του Σεικίλου, Τράλλεις Μικράς Ασίας, 1ος αι. π.Χ) έως τις μέρες μας…
Τα τραγούδια ερμηνεύουν μερακλήδες τραγουδιστές του νησιού. Τους συνοδεύει η ορχήστρα του «Εν Χορδαίς», που αποτελείται από δεξιοτέχνες της βόρειας Ελλάδας. Ακούγονται όργανα όπως το κλαρίνο, το βιολί, το ούτι, το λαούτο, το κανονάκι και το ντέφι, τα οποία συνέθεταν και τις ορχήστρες «ψιλών οργάνων» στα παράλια της Μικράς Ασίας και στα νησιά του βόρειου Αιγαίου. Από δεοντολογική άποψη θεωρούμε ότι είναι δόκιμο το εγχείρημα του «Εν Χορδαίς» να συνοδευτούν τα τραγούδια αυτά από «μη ντόπιους» μουσικούς: μουσικούς σαν τον Κυριάκο Καλαϊτζίδη ή τον Κυριάκο Πετρά, που και γνώση και μακρόχρονη θητεία έχουν, ώστε να αποδώσουν το ύφος και το ήθος της μουσικής αυτής.
Μια ακόμη προσεγμένη και ενδιαφέρουσα έκδοση από το «Εν Χορδαίς», που αναλαμβάνει να ρίξει φως σε μια από τις τελευταίες νησίδες που έχουν απομείνει δείγματα από την άλλοτε ακμάζουσα μουσική των Ελλήνων της Ανατολής…