Αρκετά συχνά, συμβαίνει στους κινηματογραφόφιλους να ταυτίζουν έναν ή μία ηθοποιό με έναν και μοναδικό μεγάλο ρόλο που ενσάρκωσε στο πανί. Η Rita Hayworth και η Gilda είναι για τους περισσότερους κοινούς θνητούς σήμερα, όπως και παλαιότερα, συνώνυμα. Όταν αναφερόμαστε στην ταινία και στην ηρωίδα Gilda, συνειρμικά σκεφτόμαστε τη Rita Hayworth και, όταν αναφερόμαστε στη Rita Hayworth, τη φανταζόμαστε πάντα στο ρόλο της Gilda. Σπάνια στον κινηματογράφο έχει γίνει παρόμοιου μεγέθους ταύτιση και, ακόμα σπανιότερα, ο/η ηθοποιός δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την περσόνα που τον/την ανέδειξε, όπως συνέβη σε αυτή χαρακτηριστικά την περίπτωση. Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, στο Hollywood, το κοινό δεν αντέχει πια το κακό τέλος,·θέλει, απαιτεί να υπάρχει happy end και δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία στις ρομαντικές ιστορίες. Ο κώδικας Hays σε απόλυτη εφαρμογή συμπληρώνει το ταμπλό της εποχής. Οι σταρ δουλεύουν για τα στούντιο, η Rita Hayworth έχει συμβόλαιο στην Columbia και είναι αναμφίβολα η πιο αισθησιακή ηθοποιός της δεκαετίας. Η Gilda γυρίστηκε λοιπόν στα τέλη του ’45, βασισμένη σε ένα σενάριο που θα αναδείκνυε την ερωτική θεά της Columbia και τίποτε άλλο. Να φανταστεί κανείς ότι τα γυρίσματα είχαν αρχίσει, πριν βρεθεί καλά καλά ο συμπρωταγωνιστής της. Η Rita Hayworth ήταν από τα πιο διάσημα pin-up girl την εποχή του πολέμου, κάθε στρατιώτης κρατούσε και μια φωτογραφία της, έτσι η εμπορική επιτυχία της ταινίας ήταν προκαθορισμένη. Καταλληλότερος παρτενέρ θεωρήθηκε ο Glenn Ford, ένα από τα μεγάλα ονόματα της εποχής, ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από τον πόλεμο, και η Gilda ήταν μια ευκαιρία για την επανένταξή του στον κινηματογράφο. Είχαν παίξει ήδη μαζί, σε μια ταινία του ’40 («Lady in Question»), στην Gilda όμως ο έντονος μεταξύ τους ερωτισμός ήταν τόσο εμφανής και αποτελεσματικός, ώστε καθιερώθηκαν ως το πιο ρομαντικό κινηματογραφικό ζευγάρι της εποχής τους και έκαναν μαζί συνολικά πέντε ταινίες. Καμιά όμως από τις άλλες τέσσερις δεν είχε τη δύναμη και το μυθικό αντίκτυπο της Gilda. Η περσόνα της Gilda εντυπώθηκε τόσο έντονα στη μνήμη των θεατών, ώστε η Rita Hayworth δεν κατάφερε ποτέ να αποτινάξει από πάνω της αυτόν το ρόλο. Ήταν η Νέμεσίς της. Η ίδια πάντα έλεγε με κάποια πικρία: «Οι άνδρες πηγαίνουν στο κρεβάτι με την Gilda, αλλά ξυπνούν με μένα». Παντρεμένη τότε, ήδη δεύτερη φορά με τον Orson Welles, χωρίζει το ’48, για να παντρευτεί τον πρίγκιπα Aly Khan, και ουσιαστικά σταματά την καριέρα της όσα χρόνια μένει μαζί του. Η επιστροφή της στο Hollywood γίνεται με την ταινία «Affair in Trinidad», πάλι με τον Glenn Ford το 1952, η οποία είχε τεράστια εμπορική επιτυχία: το κοινό ήταν ενθουσιασμένο που ξανάβλεπε το αγαπημένο του ρομαντικό ζευγάρι στο πανί. Η Gilda είχε αφήσει ανεξίτηλα ίχνη στη συνείδηση του κόσμου. Τι είναι αυτό όμως που έκανε αυτή την ταινία αξέχαστη; Θεωρείται ακόμη και σήμερα ένα από τα κλασικότερα φιλμ νουάρ και συγχρόνως η αισθησιακότερη ταινία της δεκαετίας του ’40. Η ιστορία είναι αρκετά πολύπλοκη, μερικές στιγμές μπερδεμένη και σίγουρα γεμάτη ανακρίβειες και σεναριακές ευκολίες, αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. Στα χνάρια της «Casablanca», ο τόπος του δράματος είναι εξωτικός. Πρόκειται για την Αργεντινή και το Buenos Aires -το οποίο βλέπουμε σπάνια έως ποτέ- και όλη η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα στο καζίνο του συζύγου της Gilda, Ballin Mundson, τον οποίο υποδύεται έξοχα ο George Macready: άσπρο δέρμα, αυστηρή φωνή, ανέκφραστος, συνήθως υπερφωτισμένος σε σύγκριση με τη σύζυγό του Gilda, η οποία αντιπροσωπεύει τη ζωώδη δύναμη, το ένστικτο, την αυτοκαταστροφή. Η Gilda παντρεύεται τον Ballin Mundson μέσα σε μια μέρα, όταν χωρίζει από τον αγαπημένο της, τον Jonny Farrell (Glenn Ford), στη Νέα Υόρκη. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα τον συναντήσει ξανά, και μάλιστα ως προστατευόμενο και έμπιστο συνεργάτη του Ballin στην Αργεντινή. Αναπτύσσεται μοιραία μια σχέση πάθους/μίσους μέσα στο ερωτικό τρίγωνο, όπου ο Jonny αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον πόθο του για την Gilda και την αφοσίωσή του στον Ballin. Φυσικά, ο Ballin αποδεικνύεται κακός και ο Jonny μπορεί να ζήσει ευτυχισμένα με την Gilda, η οποία συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία -στα πρότυπα της γυναίκας-πόρνης/αγίας, που χαρακτήριζε τις αντρικές φαντασιώσεις της εποχής- της ιδανικής γυναίκας. Η σκηνή του χορού της Gilda με το στριπτίζ του γαντιού έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου τόσο για τον έντονο αισθησιασμό που αποπνέει ακόμα και σήμερα όσο και για την προκλητικότητά της εκείνη την εποχή. Είναι σαφές ότι αυτή η σκηνή αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με τον κώδικα Hays, αλλά τελικά ξεπεράστηκαν. Η κίνηση, το λίκνισμα του σώματος της Hayworth σε συνάρτηση με τις κινήσεις της μηχανής λήψης δημιουργούν ένα υπνωτιστικά ερωτικό κλίμα. Τα σκοτεινά πλάνα της Gilda, όπου φαίνεται μόνο η λάμψη των ματιών της, υποδηλώνοντας την ψυχική της κατάσταση, είναι άκρως τολμηρά και πρωτοποριακά, αν σκεφτεί κανείς ότι η Rita Hayworth ήταν η πρωταγωνίστρια. Κανένας σκηνοθέτης ή φωτογράφος σήμερα δεν τολμά να σκοτεινιάσει τα πλάνα των πρωταγωνιστών. Αλλες εποχές, άλλες συνήθειες. Βέβαια, τα μοντέλα των ηρώων δεν μπορούν και δεν ισχύουν στην καθημερινότητα του 2000, οι φαντασιώσεις του κοινού έχουν αλλάξει και η Gilda δεν αντιπροσωπεύει ούτε την αντρική ούτε τη γυναικεία φαντασίωση της ιδανικής γυναίκας. Παραμένει όμως μία από τις πιο σεξουαλικές και αισθησιακές παρουσίες που έχουμε δει στον κινηματογράφο. Στα έξτρα της έκδοσης DVD περιοχής 2 μπορείτε να δείτε σκηνές από άλλες ταινίες της Rita Hayworth και να απολαύσετε αυτήν τη μοναδική χάρη του χορού της, ειδικά όταν χορεύει με τον Fred Astaire. Είναι η τελειότητα της αρμονίας.

Η ταινία αναλυτικά