47

Θεσσαλονίκη – Νέο κεφάλαιο φαίνεται ότι ανοίγει στις ελληνο-τουρκικές επιχειρηματικές σχέσεις, χάρη στη στάση που τήρησε η Ελλάδα μετά τον πολύνεκρο σεισμό της 17ης Αυγούστου. Το αρνητικό κλίμα που δημιούργησε η υπόθεση Οτζαλάν, φαίνεται ότι αποδυναμώθηκε σε μεγάλο βαθμό και ήδη ανοίγει ο δρόμος για την επαναπροσέγγιση των επιχειρηματικών κοινοτήτων των δύο χωρών.

Μερίδα των επιχειρηματιών και στις δύο πλευρές των συνόρων εκτιμά ότι το ευνοϊκό κλίμα είναι προσωρινό. Ωστόσο, ήδη σημειώνονται θετικές εξελίξεις. Ενα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η ανασυγκρότηση του Τουρκο-ελληνικού επιχειρηματικού συμβουλίου, υπό την προεδρία του μεγαλοεπιχειρηματία Σαρίκ Τάρα.

Το συμβούλιο, που είχε ανακοινώσει το πάγωμα των διμερών επιχειρηματικών σχέσεων μετά την υπόθεση Οτζαλάν, εμφανίζεται τώρα διατεθειμένο να πραγματοποιήσει συναντήσεις με το αντίστοιχο ελληνο-τουρκικό σκέλος, στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη.

Το τελευταίο διάστημα έχουν πολλαπλασιαστεί τα αιτήματα συνεργασίας με Ελληνες, από τον εδώ επιχειρηματικό κόσμο, υπογραμμίζει η Ελληνίδα ακόλουθος Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) στην Τουρκία, Ραλλού Παπάζογλου και προσθέτει: Ενα φυσικό γεγονός, ο σεισμός της 17ης Αυγούστου στην Τουρκία και η ελληνική συμπαράσταση στη γείτονα, έγινε αφορμή για την αντιστροφή του κλίματος δυσπιστίας και αντιπαράθεσης στις διμερείς μας σχέσεις.

Στο τοπίο που διαμορφώνεται σήμερα, η κ.Παπάζογλου προτείνει στους Ελληνες επιχειρηματίες να αξιοποιήσουν το ήπιο κλίμα στις διμερείς σχέσεις και να εντείνουν τις επαφές τους με Τούρκους ομολόγους τους, ώστε να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που προσφέρει η μεγάλη τουρκική αγορά.

Η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική δεξαμενή άντλησης πελατών για την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές εξαγωγές προς το γειτονικό κράτος ακολούθησαν πέρυσι την κατιούσα, μετά από μια σημαντική αύξηση της αξίας τους το 1997.

Ειδικότερα, η αξία των ελληνικών εξαγωγών προς την Τουρκία ανήλθε πέρυσι στα 319,7 εκατ. δολ, από 430,1 εκατ. δολ. προ διετίας.

Την ίδια στιγμή, η αξία των προϊόντων Made in Turkey, που διοχετεύτηκαν πέρυσι στην Ελλάδα αυξήθηκε στα 369,1 εκατ.δολ, από 298,7 εκατ. το 1997. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα συμμετέχει στις συνολικές εισαγωγές της Τουρκίας με ποσοστό μόλις 0,7%, ενώ απορροφά το 1-1,3% των τουρκικών εξαγωγών.

Πάντως, οι Ελληνες επιχειρηματίες θα έπρεπε ίσως να αναθεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν την τουρκική αγορά. Η Τουρκία θεωρείται ακόμη η χώρα από την οποία πραγματοποιούμε μόνο ΄φθηνές εισαγωγές, ξηρών καρπών, κλωστοϋφαντουργικών ή ακόμη και τηλεοράσεων (το 1997 εισήχθησαν στην Ελλάδα συσκευές τηλεόρασης αξίας 8 εκατ. δολ). Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα, υποστηρίζει η κ.Παπάζογλου.

Τα δεδομένα στο διμερές εμπόριο έχουν αλλάξει άρδην από το 1995, οπότε οι ελληνικές εξαγωγές προς την Τουρκία αυξήθηκαν κατά 95%, σε σχέση με το 1994, φτάνοντας στα 209,9 εκατ. δολ., από 168 εκατ. δολ.. Το βαμβάκι συνέβαλε στη σημαντική αυτή αύξηση, δεδομένου ότι αντιστοιχεί στο 34% των συνολικών εξαγωγών της Ελλάδας προς την Τουρκία, με τα προϊόντα πετρελαίου να έπονται (ακολουθούν ο σίδηρος και ο χάλυβας, τα πλαστικά, ο χαλκός, τα λιπάσματα, τα προϊόντα αλουμινίου, τα ακατέργαστα δέρματα και το χαρτί).

Κατά συνέπεια, η τουρκική αγορά εμφανίζει -σύμφωνα πάντα με την κ.Παπάζ

ΜΠΕ