Το κουαρτέτο των Blur γεννήθηκε μέσα από τη βρετανική κιθαριστική σκηνή (γνωστή ως «brit-pop») για να ακολουθήσει στη συνέχεια μια εξελικτική πορεία ωρίμανσης που εντυπωσίασε πολλούς. Εφευρετικότητα, ευφυία, γλυκόπικρες ή σαρδόνιες παρατηρήσεις για τη ζωή στη σύγχρονη Βρετανία και κυρίως εύληπτες pop δημιουργίες, υπήρξαν όλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δουλειάς ενός γκρουπ που, έχοντας αφομοιώσει ένα ευρύ φάσμα επιρροών και στιλ (από Small Faces και Pink Floyd της περιόδου Barrett μέχρι Bowie, Buzzcocks και electro-pop των αρχών της περασμένης δεκαετίας), κατάφερνε πάντα να ηχεί ξεχωριστό από οτιδήποτε άλλο συνέβαινε στην brit-pop και πέρα από αυτή. Ακούγοντας όμως κανείς το νέο, πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ τους (ύποπτα φερώνυμο, όπως συμβαίνει συνήθως με τα ντεμπούτο), διαπιστώνει πως, αυτήν τη φορά, οι Blur βρίσκονται πλέον σε μια ξεκάθαρα δικιά τους κατηγορία. Η τραγουδοποιία των Albarn & Coxon έχει αφήσει πολύ πίσω της τους μοδάτους pop ήχους για φανατισμένα κοριτσίστικα ακροατήρια, προχωρώντας σε πιο ακατέργαστες, αντισυμβατικές, πεισματάρικες ακόμη και πειραματικές προσεγγίσεις (σαν το συναρπαστικό «Essex Dogs» και το «κρυμμένο κομμάτι» που κλείνουν το CD), αντίστοιχες με αυτές στις οποίες μας έχουν συνηθίσει οι Αμερικανοί ομόλογοί τους. Με την παραγωγή του Stephen Street να βελτιστοποιεί και αυτήν τη φορά τα ξεσπάσματα της λονδρέζικης μπάντας, το τελικό αποτέλεσμα εδώ είναι ένας δίσκος πρώτης κλάσης, κατασταλαγμένος και ουσιαστικά καινοτόμος.