Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026
weather-icon 30o
«Το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα, αλλά όσοι το παραβιάζουν» – Οι συνταγματολόγοι Ακρίτας Καϊδατζής και Χαράλαμπος Κουρουνδής στο in

«Το πρόβλημα δεν είναι το Σύνταγμα, αλλά όσοι το παραβιάζουν» – Οι συνταγματολόγοι Ακρίτας Καϊδατζής και Χαράλαμπος Κουρουνδής στο in

Χρειάζεται η χώρα νέο Σύνταγμα ή εφαρμογή του ισχύοντος; Οι συνταγματολόγοι Ακρίτας Καϊδατζής και Χαράλαμπος Κουρουνδής απαντούν στο in για την αναθεώρηση, τους θεσμούς και τη δημοκρατία.

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει ανοίξει, αλλά μαζί της ανοίγει και ένα ευρύτερο ερώτημα: έχει ανάγκη η χώρα από ένα νέο Σύνταγμα ή από την πιστή εφαρμογή του ισχύοντος; Αποτελούν οι κυβερνητικές προτάσεις απάντηση σε υπαρκτές θεσμικές ανάγκες ή αποτυπώνουν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που επιχειρείται να αποκτήσουν συνταγματική κατοχύρωση;

Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται το βιβλίο «Ποια αναθεώρηση;» και με υπότιτλο «Για ένα Σύνταγμα υπέρ των πολλών όχι στα μέτρα των «από πάνω»» (εκδ. Πόλις), μέσα από το οποίο οι συνταγματολόγοι Ακρίτας Καϊδατζής και Χαράλαμπος Κουρουνδής επιχειρούν να μεταφέρουν τη συζήτηση από τα επιμέρους άρθρα στον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος.

Μιλώντας στο in, ασκούν δριμεία κριτική στην κυβερνητική πρωτοβουλία, υποστηρίζουν ότι το μείζον πρόβλημα είναι η απαξίωση των θεσμών και όχι η έλλειψη συνταγματικών προβλέψεων, τοποθετούνται για το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αναλύουν το φαινόμενο του «πρωθυπουργικού ηγεμονισμού» και καταθέτουν τη δική τους πρόταση για ένα Σύνταγμα με ισχυρότερες δημοκρατικές εγγυήσεις και μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας.

Από τις πρώτες κιόλας αράδες στον πρόλογο του βιβλίου σας λέτε πως δεν έχετε καμία πρόθεση να συμμετάσχετε σε μια συζήτηση που περιστρέφεται γύρω «από μια εμφανώς προσχηματική και επικοινωνιακού χαρακτήρα αναθεωρητική πρωτοβουλία», αναφερόμενοι προφανώς στην πρόταση αναθεώρησης του κατέθεσε η Νέα Δημοκρατία. Για ποιους λόγους τη θεωρείτε προσχηματική και απλώς επικοινωνιακή;

Α.Κ.: Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε καχύποπτοι και να αμφισβητούμε τις προθέσεις της Νέας Δημοκρατίας. Είναι η ίδια πλειοψηφία που σε πλείστες περιπτώσεις έχει παραβιάσει βάναυσα το Σύνταγμα. Και έρχεται τώρα να μας πει πως, δήθεν, θέλει να κάνει καλύτερο το Σύνταγμα;

Δεν μπορεί να συζητά κανείς στα σοβαρά για το Σύνταγμα με όσους το παραβιάζουν ασύστολα. Η πραγματικότητα είναι πως, μετά από ένα μπαράζ μεγα-σκανδάλων (Τέμπη, παρακολουθήσεις, απευθείας αναθέσεις κλπ.) και την τρέχουσα δικαστική διερεύνηση της δυσώδους υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβερνητική πλειοψηφία έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο.

Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης τής δίνει μιαν ευκαιρία για ‘φυγή προς τα εμπρός’ –ή, αλλιώς, ‘πετάει τη μπάλα στην εξέδρα’. Η Νέα Δημοκρατία θέλει να παίξει το χαρτί της θεσμικά υπεύθυνης δύναμης. Όπως φαίνεται, δεν πείθει κανέναν.

Χ.Κ.: Η κυβέρνηση ανακοίνωνε ότι θα κινούσε τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος στην τριετία που μας πέρασε κάθε φορά που αντιμετώπιζε προβλήματα ή κοινωνικές πιέσεις. Σε όσα ανέφερε ο Ακρίτας, θα ήθελα να προσθέσω το τραγελαφικό παράδειγμα της συζήτησης για τη θέσπιση ενός ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του βουλευτή και αυτής του υπουργού ή υφυπουργού.

Αρχικά ο πρωθυπουργός είχε τοποθετηθεί εναντίον της, μετά την παρουσίασε ως σπουδαία θεσμική καινοτομία και πριν από λίγες ημέρες την πήρε ουσιαστικά πίσω λόγω των αντιδράσεων της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματός του. Πόσο εύγλωττη παλινωδία!

Κατά την άποψή σας ποιο το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα της αναθεώρησης που έρχεται; Πιστεύετε ότι όσα προωθεί βασίζονται σε πραγματικές συνταγματικές ανάγκες ή έχουμε να κάνουμε με πολιτικές επιλογές που επιχειρείται να αποκτήσουν συνταγματικό μανδύα;

Χ.Κ.: Το Σύνταγμα ρυθμίζει την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και τις σχέσεις της κοινωνίας με την εξουσία. Η αναθεώρησή του σημαίνει μια αλλαγή σε αυτές τις σχέσεις. Όπως είναι εύκολο να καταλάβει ο καθένας, αυτή η αλλαγή δεν είναι ουδέτερη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχουμε δύο φαινόμενα που ισχύουν ταυτόχρονα: από τη μια πλευρά, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την πρόταση αναθεώρησης προσχηματικά, με γνώμονα τις πολιτικές της ανάγκες σε κάθε δεδομένη συγκυρία. Από την άλλη πλευρά, έχει ξεκάθαρη πολιτική ατζέντα, η οποία αντανακλάται στην αντίληψή της για το Σύνταγμα και τους θεσμούς: το όραμά της είναι η ενίσχυση των προνομίων των κοινωνικά ισχυρών, η σταθεροποίηση της οικονομικής πολιτικής στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, η πειθάρχηση των δημοσίων υπαλλήλων και η συρρίκνωση των εγγυήσεων που προστατεύουν τη δημόσια διοίκηση.

Όλα αυτά, βεβαίως, δεν περίμενε την αναθεώρηση του Συντάγματος για να τα προχωρήσει. Τα έχει ήδη καθιερώσει σε νομοθετικό επίπεδο, σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και σε αντίθεση με το Σύνταγμα. Πλέον, θέλει να εναρμονίσει εκ των υστέρων το Σύνταγμα με την αντισυνταγματική νομοθεσία που θέσπισε.

Α.Κ.: Το πραγματικό, και επιτακτικό, ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι να διασφαλίσουμε πώς θα τηρείται το Σύνταγμα, το οποίο έχει ευτελιστεί όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολιτευτική μας ιστορία. Μετά, ευχαρίστως να συζητήσουμε πώς θα το βελτιώσουμε.

Στο ευρύτερο πλαίσιο του επικοινωνιακού σχεδιασμού της κυβερνητικής πλειοψηφίας, η αναθεωρητική πρόταση έχει έναν πρωτίστως ιδεολογικό και συμβολικό χαρακτήρα. Θέλει να χαϊδέψει τα αυτιά σε προνομιακά για τη Νέα Δημοκρατία εκλογικά ακροατήρια, με τη συνταγματοποίηση νεοφιλελεύθερων και, παράλληλα, νεοσυντηρητικών πολιτικών.

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Βλέπουμε έτσι νεοφιλελεύθερες ιδέες αποδεδειγμένα αποτυχημένες, όπως το δημοσιονομικό φρένο, έως ακατανόητες, όπως η επίθεση στη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Και από την άλλη, νεοσυντηρητικές ιδέες που αγγίζουν τα όρια του γελοίου, όπως η προστασία της ελληνικής γλώσσας και της σημαίας.

Πολύς λόγος γίνεται για το άρθρο 16 του Συντάγματος με την κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι δικαιώθηκε για τις επιλογές της από την απόφαση του ΣτΕ, μια απόφαση που θεωρείται ότι άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα. Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο αν το θέμα θεωρείται ήδη λήξαν και τα Πανεπιστήμια λειτουργούν… Ποια είναι η δική σας θέση επ’ αυτού;

Χ.Κ. Η αναθεώρηση του άρθρου 16 αποτελεί διακαή πόθο των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων εδώ και τρεις δεκαετίες. Ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ακόμα και το 2023, δήλωνε ότι το άρθρο 16 αποτελεί εμπόδιο για «να έρθει το Χάρβαρντ στην Ελλάδα».

Έπειτα όμως, εκμεταλλεύτηκε την εκλογική του νίκη και τη διάλυση της αντιπολίτευσης για να προωθήσει την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων ως παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων με νόμο. Επικαλέστηκε το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μια απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ που αφορούσε την Ουγγαρία, στην οποία όμως δεν υπάρχει συνταγματική απαγόρευση.

Εξάλλου, με βάση το δίκαιο της ΕΕ η οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Αυτόν τον αντισυνταγματικό νόμο έκρινε ως συνταγματικό η πλειοψηφία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τώρα, η κυβέρνηση θέλει να σβήσει τα ίχνη από τον τόπο του εγκλήματος και, ταυτόχρονα, να επεκτείνει τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων ώστε να μην αφορά μόνο παραρτήματα ξένων ιδρυμάτων. Πάνω απ’ όλα, θέλει να σβήσει από τον συνταγματικό χάρτη το άρθρο 16 ως σύμβολο σκληρών, αλλά πολλές φορές νικηφόρων, αγώνων για την υπεράσπιση του δημόσιου Πανεπιστημίου.

Α.Κ.: Το άρθρο 16 είναι, ίσως, το κορυφαίο παράδειγμα ευτελισμού του Συντάγματος και κατάπτωσης της κανονιστικής του σημασίας. Επί δεκαετίες, όσοι ήθελαν ιδιωτικά πανεπιστήμια πολλές φορές επιδίωξαν, ανεπιτυχώς, να το αναθεωρήσουν. Γιατί βεβαίως αναγνώριζαν κι οι ίδιοι πως έτσι όπως είναι, με την απόλυτη και απερίφραστη απαγόρευση που θέτει, δεν επιτρέπει τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Ξαφνικά, το 2024 ήρθε ο νόμος Πιερρακάκη και μας είπε πως αυτό που όλοι (ακόμα και η ίδια η κυβέρνησή του μέχρι πρότινος) διαβάζουμε στο Σύνταγμα δεν σημαίνει αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Ένα χρόνο αργότερα, σε μιαν από τις πιο μαύρες στιγμές του, το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε το νόμο, λέγοντάς μας ότι το «απαγορεύεται» του άρθρου 16 μπορεί να ερμηνευτεί ως «επιτρέπεται».

Αν ο «πρωθυπουργικός ηγεμονισμός» αποτελεί, όπως αντιλαμβάνομαι διαβάζοντας το βιβλίο, το βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής διακυβέρνησης, ποια θα έπρεπε να είναι η απάντηση μιας συνταγματικής αναθεώρησης; Περισσότερες εξουσίες στη Βουλή, ισχυρότερες ανεξάρτητες αρχές ή διαφορετικός τρόπος οργάνωσης της εκτελεστικής εξουσίας; Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό πρακτικά αν όχι σε μια επόμενη αναθεώρηση όπου θα γίνει από μιαν άλλη κυβέρνηση;

Α.Κ.: Ένας από τους ιδρυτικούς μύθους του φιλελευθερισμού είναι τα περιβόητα θεσμικά αντίβαρα. Έχουμε πια αρκετή εμπειρία, ώστε να γνωρίζουμε πως αυτά, τότε ακριβώς που τα χρειαζόμαστε περισσότερο, δηλαδή απέναντι σε μια πανίσχυρη κυβέρνηση, δεν λειτουργούν ή, πάντως, δεν είναι αρκετά.

Υπάρχει μια απλή εξήγηση γι’ αυτό: είτε πρόκειται για δικαστήρια είτε για ανεξάρτητες αρχές, κεντρικές τράπεζες ή οτιδήποτε άλλο, τα θεσμικά αντίβαρα είναι πάντως κομμάτι του κρατικού μηχανισμού, της κρατικής εξουσίας. Εμείς πιστεύουμε στα δημοκρατικά αντίβαρα. Αποτελεσματικός έλεγχος της κρατικής εξουσίας μόνον από τα κάτω, από τους πολίτες, μπορεί να υπάρξει –όχι από άλλους κλάδους της.

Ένα τέτοιο αντίβαρο θα ήταν η συνταγματική καθιέρωση αναλογικού εκλογικού συστήματος. Στις κυβερνήσεις συνεργασίας ο ένας εταίρος ελέγχει τον άλλο, περιορίζοντας τον κίνδυνο καταχρήσεων. Και, βεβαίως, σημαντικά αντίβαρα θα ήταν η ενίσχυση της φωνής των πολιτών. Διεύρυνση των δημοψηφισμάτων, ιδίως των τοπικών, ενεργοποίηση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας με συγκέντρωση ενός αριθμού υπογραφών, διασφάλιση των συνδικαλιστικών και συλλογικών ελευθεριών. Όλα αυτά βεβαίως μπορούν να ξεκινήσουν, και να ολοκληρωθούν, μόνο από μια βουλή με προοδευτική πλειοψηφία.

Χ.Κ.: Η μεγιστοποίηση του ρόλου της κορυφής της εκτελεστικής εξουσίας, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον πρωθυπουργό ή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αποτελεί μια διεθνή τάση. Αποτυπώνει μια κρίση αντιπροσώπευσης, η οποία επιχειρείται να αντιμετωπιστεί μέσα από την προβολή ισχυρών προσωπικοτήτων που δήθεν συνομιλούν αδιαμεσολάβητα με την κοινωνία.

Η άκρα δεξιά και αυτό που ονομάζεται «τραμπισμός» έχουν το δικό του μερίδιο σε αυτήν την εξέλιξη. Κατά τη γνώμη μου, τα κοινωνικά και δημοκρατικά αντίβαρα συγκροτούνται «από τα κάτω», ιδίως μέσα από την άσκηση δικαιωμάτων συλλογικής δράσης. Αυτό αποδεικνύεται και από την πρόσφατη εμπειρία στη χώρα μας. Όπως θυμίζουμε στο βιβλίο, η κοινωνική κινητοποίηση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναζήτηση ποινικών ευθυνών του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου και του πρώην υπουργού Κώστα Καραμανλή ή στη διατήρηση του νερού ως δημόσιου αγαθού.

Σημειώνετε στο βιβλίο σας ότι οι αναθεωρήσεις της Μεταπολίτευσης έκαναν το Σύνταγμα χειρότερο επειδή πολλές από τις αλλαγές του έμειναν στα χαρτιά και δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Πώς θα μπορούσε να υπάρξει ένας ουσιαστικός έλεγχος για το αν τηρείται ή όχι το Σύνταγμα; Ποιές είναι οι δικλείδες ασφαλείας του πολιτεύματος απέναντι στους παραβάτες του Συντάγματος;

Α.Κ.: Το λέει το Σύνταγμα, στο άρθρο 120: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων». Η μεγαλύτερη εγγύηση τήρησης του είναι η εγρήγορση των πολιτών. Στο βιβλίο θυμίζουμε δύο μεγαλειώδη κοινωνικά κινήματα για την υπεράσπιση του Συντάγματος: το «1-1-4» τη δεκαετία του 1960 (από το όμοιο ακροτελεύτιο άρθρο 114 του τότε Συντάγματος του 1952) και το κίνημα του 2006-2007 που απέτρεψε τότε την αναθεώρηση του άρθρου 16.

Μιλάτε για ένα Σύνταγμα «των πολλών» και «όχι στα μέτρα των από πάνω». Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό από τη στιγμή που η συμμετοχή της Κοινωνίας στη διαμόρφωση του Συντάγματος είναι ανύπαρκτη; Εκτός και αν αρκεί η εκπροσώπησή της από τα κοινοβουλευτικά κόμματα που προτείνουν, εγκρίνουν ή απορρίπτουν…

Χ.Κ.: Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εγρήγορση της κοινωνίας παίζει σημαντικότερο ρόλο απ’ όσο συνήθως πιστεύουμε, καθώς δημιουργεί συσχετισμούς που μετά εγγράφονται και στο συνταγματικό κείμενο. Για παράδειγμα, στη Βουλή του 1975, η ΝΔ του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε συντριπτική πλειοψηφία και μπορούσε κοινοβουλευτικά να ψηφίσει ό,τι ήθελε.

Έτσι, αρχικά παρουσίασε ένα σχέδιο που, από άποψη δικαιωμάτων, επέστρεφε τη χώρα στην «καχεκτική δημοκρατία» της μετεμφυλιακής περιόδου. Ωστόσο, η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και οι κοινωνικές διεκδικήσεις, που απαιτούσαν την πλήρη ρήξη με το προδικτατορικό παρελθόν, ανάγκασαν την κυβερνητική πλειοψηφία να υποχωρήσει σε πολλά σημεία.

Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης και δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω.

Το αποτέλεσμα ήταν να κατοχυρωθούν πληρέστερα τα δημοκρατικά δικαιώματα και να καταργηθεί το εμφυλιοπολεμικό παρασύνταγμα. Εξάλλου, τα Συντάγματα εν γένει έκαναν την εμφάνισή τους στην Ιστορία ως καρποί επαναστάσεων, με τις οποίες συγκροτήθηκαν νέοι θεσμοί με βάση τις ανερχόμενες κάθε φορά κοινωνικές δυνάμεις.

Α.Κ.: Ο συνταγματικός ελιτισμός, η αντίληψη ότι για το Σύνταγμα δικαιούνται να έχουν λόγο μόνον οι τεχνοκράτες, οι ειδικοί, έχει κάνει τεράστια ζημιά. Έχει υποβαθμίσει την κοινωνική σημασία, επομένως και την αποτελεσματικότητα, του Συντάγματος. Όμως το Σύνταγμα διαφέρει από τους άλλους νόμους, οι οποίοι ρυθμίζουν την κοινωνική δραστηριότητα, ακριβώς κατά τούτο: ότι ρυθμίζει την άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Επομένως, είναι ο νόμος που έχουν στα χέρια τους οι πολίτες, οι πολλοί, για να ελέγχουν την κρατική εξουσία. Κάθε πολίτης όχι μόνο δικαιούται, αλλά και υποχρεούται –αυτό μας λέει το άρθρο 120– να έχει λόγο και άποψη για το Σύνταγμα. Καμία αναθεώρηση δεν είναι νομιμοποιημένη, αν δεν εμπλέκει στο προ-κοινοβουλευτικό στάδιό της και την κοινωνία, τους πολίτες. Θυμίζω ότι, όταν αυτό επιχειρήθηκε πριν την προηγούμενη αναθεώρηση, με την επιτροπή Σπουρδαλάκη το 2016, οι πρώτοι που τη λοιδόρησαν και την απαξίωσαν ήταν τα κατεστημένα πολιτικά κόμματα και οι συνταγματολόγοι.

Αν δεχθούμε ότι ο πυρήνας ενός φιλελεύθερου Συντάγματος είναι η πραγματική διάκριση των εξουσιών, ποια είναι σήμερα η μεγαλύτερη απειλή για αυτήν στην Ελλάδα: η υπερενίσχυση του πρωθυπουργικού κέντρου ή η αδυναμία της Δικαιοσύνης να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό θεσμικό αντίβαρο;

Χ.Κ.: Η υπερενίσχυση του πρωθυπουργού και ο ασθενής έλεγχος των αυθαιρεσιών της εκτελεστικής εξουσίας από τη δικαστική συνιστούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η σχέση μεταξύ τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει σημασία το πώς διαμορφώνεται σε κάθε πολιτική συγκυρία, αποτελεί έναν εσωτερικό μονόλογο του κράτους.

Ενός κράτους, το οποίο, με τη σειρά του, έχει ταξικό πρόσημο, ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο στα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης παρά στις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας. Αν δούμε τα πράγματα από αυτήν την οπτική γωνία, θα πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από τον φιλελευθερισμό και να στρέψουμε τα βλέμμα μας σε αυτό που αναφέραμε προηγουμένως ως κοινωνικά αντίβαρα.

Α.Κ.: Η δικαστική εξουσία –και όχι ‘δικαιοσύνη’ όπως έχει ευρέως καθιερωθεί να αποκαλείται, συγκαλύπτοντας ότι πρόκειται για κομμάτι της κρατικής εξουσίας– βλέπουμε όλοι ότι, σε κρίσιμες στιγμές, αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στην αποστολή της να ελέγχει άλλους φορείς εξουσίας. Αυτό ισχύει ιδίως για τα ανώτατα δικαστήρια.

Είναι τουλάχιστον παρήγορο ότι τα δικαστήρια της ουσίας συχνά διασώζουν την τιμή του δικαστικού σώματος. Από κει και πέρα, υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο στο τί μπορούν να κάνουν τα δικαστήρια. Το μεγάλο στοίχημα για τη λειτουργία του πολιτεύματος, και για την ανάκτηση της στοιχειώδους αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος, είναι να αναστραφεί η παντοδυναμία του πρωθυπουργού. Ο οποίος, υπό προϋποθέσεις, μοιάζει με εκλεγμένο δικτάτορα.

Πέραν από τις θεσμικές, απαιτούνται παρεμβάσεις και σε άλλα επίπεδα, ιδίως στην οργάνωση και λειτουργία των κομμάτων. Ιδού μια απλή πρόταση: Σε ένα πολιτικό σύστημα που μαστίζεται από την τεράστια και δυσανάλογη επιρροή του μεγάλου πλούτου, η λειτουργία του πολιτεύματος θα μπορούσε να βελτιωθεί θεαματικά, αν οι πολίτες παίρναμε την απόφαση να ψηφίζουμε στις εκλογές υποψήφιους που δεν είναι πιο πλούσιοι από μας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026
Cookies