Ενώ η 23χρονη Γκρέτα Τούνμπεργκ παραμένει για πάνω από μία δεκαετία το πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο του παγκόσμιου ακτιβισμού για την κλιματική αλλαγή, η μικρότερη αδελφή της επιλέγει να συστηθεί στον κόσμο με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο.

Η 20χρονη Μπεάτα Άντερσον, γνωστή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως Beata MonaLisa, διεκδικεί τη δική της θέση στη μουσική βιομηχανία, προετοιμάζοντας το ντεμπούτο άλμπουμ της και δεν έχει καμία διαθέση να υπερασπιστεί τον πλανήτη ή να επιτεθεί σε πλανητάρχες.

Η Άντερσον είναι τόσο αποφασισμένη να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τη φήμη της Γκρέτα Τούμπεργκ ώστε άλλαξε και επίσημα το επώνυμο της.

Η Beata MonaLisa απαρνήθηκε το παγκοσμίως γνωστό επώνυμο Τούνμπεργκ, κάνει σπαγκάτο στο περιοδικό Interview και ξεκαθαρίζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Δεν φέρω ευθύνη για τις ζωές των άλλων».

Γεννημένη τον Νοέμβριο του 2005, η Μπεάτα Άντερσον είναι η κόρη της διάσημης Σουηδής μετζοσοπράνο Μαλένα Έρνμαν —η οποία εκπροσώπησε τη Σουηδία στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision το 2009— και του ηθοποιού και παραγωγού Σβάντε Τούνμπεργκ.

Σε αντίθεση με την Γκρέτα που επέλεξε τον δρόμο των πολιτικών και κοινωνικών παρεμβάσεων, η Μπεάτα είναι εκείνη που ακολουθεί πιστά τα καλλιτεχνικά βήματα των γονιών της, έχοντας ξεκινήσει να τραγουδά και να χορεύει από την πρώιμη παιδική της ηλικία.

«Τραγουδούσα σε σχολικές παραστάσεις, όλοι με έβρισκαν ενοχλητική! Με εκφόβιζαν οι πάντες» λέει στη συνέντευξή της.

Ο χλευασμός προς το πρόσωπο της πολλαπλασιάστηκε όταν η ακτιβιστική δράση της αδελφής της, Γκρέτα Τούμπεργκ, έκανε πρωτοσέλιδα ανά τον κόσμο.

Το 2019, η Γκρέτα είχε αποκαλύψει δημόσια ότι η 13χρονη τότε Μπεάτα είχε γίνει αποδέκτης συστηματικών απειλών και ψηφιακού μίσους, καθώς οι επικριτές του κινήματος για το κλίμα επέλεγαν να ξεσπούν τυφλά εναντίον ολόκληρης της οικογένειας.

Queer πυρήνας

Παρά τις αντιξοότητες, η Μπεάτα, η οποία είναι αυτοδίδακτη τραγουδίστρια, κατάφερε να κάνει το θεατρικό της ντεμπούτο ήδη από την ηλικία των 13 ετών, ενσαρκώνοντας τη θρυλική Γαλλίδα ερμηνεύτρια Εντίθ Πιάφ στο μιούζικαλ Forever Piaf.

Σήμερα, το προφίλ της στο Instagram, γεμάτο από απαιτητικές εκτελέσεις κλασικών κομματιών και πολύχρωμα, κιτς κουστούμια, είναι απόλυτα διαφορετικό από το αιχμηρό, γεμάτο σοβαρές κοινωνικοπολιτικές αναρτήσεις, της ακτιβίστριας αδελφής της.

Η νεαρή καλλιτέχνιδα, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως μια «pro-queer και anti-macho» φιγούρα, έχει καταφέρει να χτίσει έναν ισχυρό πυρήνα οπαδών που ταυτίζονται με την queer κοινότητα, παρόλο που η ίδια δεν ανήκει σε αυτήν.

Μετά την κυκλοφορία του πρώτου της single I Found Your Father’s Gun τον περασμένο Ιούνιο, η Άντερσον αποκάλυψε ότι εργάζεται εντατικά εδώ και επτά χρόνια πάνω στον πρώτο της ολοκληρωμένο δίσκο, ο οποίος έχει ως κεντρικό θεματικό άξονα τη γυναικεία ενδυνάμωση και αναμένεται να κυκλοφορήσει εντός του έτους.

Οι Τούνμπεργκ στο σπίτι / Instagram

Τούνμπεργκ και Άντερσον, άλλες αλλά ίδιες

Η απόφαση της Μπεάτα να αλλάξει το επώνυμό της σε Άντερσον —το γένος της γιαγιάς της— αποτελεί μια συνειδητή κίνηση ανεξαρτησίας.

«Δεν φέρω ευθύνη για τις ζωές των άλλων» λέει για την προσπάθεια της να χτίσει την καριέρα της ως ένα αυτόνομο ποπ είδωλο, μακριά από τη βαριά σκιά και τις πολώσεις που προκαλεί το όνομα της Γκρέτα.

Ωστόσο, υπάρχουν ομοιότητες. Αν η πλατφόρμα της Γκρέτα αφορά τη συλλογική ευθύνη για τον πλανήτη, τον ακτιβισμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον αντιμιλιταρισμό και την καταδίκη γενοκτονικών δυνάμεων.

Η Μπεάτα χρησιμοποιεί τη δική της πλατφόρμα για να προσελκύσει μια άλλη κοινότητα -παρά τις αντίθετες κατευθύνσεις τους, οι αδελφές φαίνεται να μοιράζονται την πίστη σε ό,τι υπερασπίζονται και το πείσμα.

Η Γκρέτα διοχετεύει τη δική της δύναμη στον ακτιβισμό και την πολιτική, ξεπερνώντας κάθε όριο για να φέρει (και να απαιτήσει) ένα καλύτερο αύριο για τη γενιά της -όπως και η Μπεάτα που χρησιμοποιεί το σώμα και τη φωνή της ως καμπάνια για την αυροδιάθεση σπάζοντας στερεότυπα, ακόμη και αν το κάνει χαριτωμένα, χορεύοντας επιδέξια σε στύλους.

«Είμαι μια περήφανη παρθένα»

Σε πρόσφατη ανάρτηση της η Μπεάτα γράφει:

«Ήθελα να δημιουργήσω κάτι καλλιτεχνικό με τη λέξη παρθένα» σημειώνει η Μπεάτα. «Όχι ως αστείο – αλλά ως δήλωση. Η δήλωσή μου είναι ότι η τέχνη, η μόδα ή η εμφάνιση δεν είναι μια απόδειξη συναίνεσης ή ιστορίας. Θέλω οι άλλοι νέοι να γνωρίζουν ότι δεν είναι ντροπή να παραδεχτείς ότι δεν έχεις νιώσει ακόμα άνετα και είναι καλύτερο να περιμένεις παρά να ρισκάρεις ίσως ακόμη και τη δική σου ασφάλεια, μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι μήπως καταστρέψεις το εγώ κάποιου ή φοβάσαι μήπως δεν ταιριάξεις.

Δεν έχω νιώσει ποτέ ασφάλεια με έναν άντρα με τον οποίο έχω βγει ραντεβού πριν. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, ειδικά άνδρες, που είναι πρόθυμοι να κοιμηθούν σχεδόν με οποιονδήποτε, πριν κατανοήσουν το μυαλό και τις ανάγκες του άλλου ατόμου, υποσυνείδητα χρησιμοποιώντας το σώμα ενός άλλου ανθρώπου για μια στιγμιαία εκτόνωση ηδονής.

Υπάρχει αυτή η επίμονη ιδέα ότι τα γυναικεία σώματα υπάρχουν για να εξυπηρετούν την ευχαρίστηση των άλλων ανθρώπων ή ως προϊόντα που «γεννιούνται για να παράγουν» – και αυτό είναι βαθιά απάνθρωπο.

Με υποβιβάζει σε αντικείμενο αντί να με αναγνωρίζει ως έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο με ιδέες, δημιουργικότητα και νοημοσύνη. Η μόδα είναι τέχνη, το σώμα σου είναι δική σου υπόθεση και, ειλικρινά, βρίσκω την τέχνη πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τον π@@@σο…»

Το αποτέλεσμα είναι μια σπάνια δυναμική όπου δύο δημόσιες περσόνες από την ίδια οικογένεια απασχολούν εντελώς διαφορετικές κοινότητες. Η μία στέκεται μπροστά σε παγκόσμιους ηγέτες. Η άλλη στέκεται κάτω από τα φώτα της σκηνής.

Οι συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο είναι αναπόφευκτες, καθώς η Μπεάτα Monaslisa Άντερσον και η Γκρέτα Τούνμπεργκ μοιάζουν να είναι η μέρα με τη νύχτα -αν και οι δύο θέλουν από τον κόσμο να τραγουδήσει το σύνθημα τους.