Η 13η σύνταξη θεσμοθετήθηκε -εκ νέου- τον Μάιο του 2019 από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Νόμο 4611/2019 (Άρθρο 120). Τότε, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης την είχε χαρακτηρίσει «ψίχουλα» και «ξεδιάντροπο προεκλογικό επίδομα».

H κοινωνική πολιτική δεν πρέπει να λειτουργεί με όρους πολιτικής αντεκδίκησης

Από τότε μέχρι σήμερα κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι… Καταργήθηκε επίσημα τον Φεβρουάριο του 2020 από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας μέσω του νέου ασφαλιστικού νόμου, συγκεκριμένα με το Άρθρο 47 του Νόμου 4670/2020.

Η κυβέρνηση αντικατέστησε τη διάταξη αναφέροντας ότι τα συγκεκριμένα κονδύλια θα κατευθύνονταν πλέον στην κάλυψη των δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση, στις αυξήσεις των ποσοστών αναπλήρωσης για όσους είχαν πάνω από 30 συντάξιμα έτη, καθώς και σε μηχανισμούς κοινωνικής στήριξης. Το ποσό που διαθέτει η κυβέρνηση σήμερα ανέρχεται μόλις στα 350 εκατομμύρια ευρώ, έναντι του 1,1 δισ. της 13ης σύνταξης.

Γιατί «κόπηκε» η 13η σύνταξη

Σαν να μην έφτανε αυτό, μια δήλωση που ξεπερνά κάθε όριο πολιτικού ορθολογισμού και αγγίζει τα όρια του καθαρού εμπαιγμού, της υφυπουργού Εργασίας Άννας Ευθυμίου, έξι και πλέον χρόνια από την κατάργησή της, έρχεται να φανερώσει πολλά.

Το να επιχειρείται η δικαιολόγηση της κατάργησης της 13ης σύνταξης με το επιχείρημα ότι «οι συνταξιουχικές οργανώσεις την περιέπαιζαν» αποτελεί μια μνημειώδη μετατόπιση ευθύνης και μια πρωτοφανή προσβολή προς τους απόμαχους της εργασίας.

Η λογική πίσω από αυτή τη θέση είναι σοκαριστική στην απλότητά της: αντί η πολιτική ηγεσία να αναλάβει την ευθύνη των αποφάσεών της —είτε αυτές επιβάλλονταν από δημοσιονομικές ανάγκες είτε από πολιτικές επιλογές— επιλέγει να «τιμωρήσει» τους δικαιούχους επειδή τόλμησαν να ασκήσουν κριτική.

Με απλά λόγια, το επιχείρημα μεταφράζεται ως εξής: «Δεν σας άρεσε; Σας κακοφάνηκε; Ε, τότε σας την κόβουμε τελείως για να μάθετε».

Χάθηκε κάθε ψήγμα σοβαρότητας

Πρόκειται για μια βαθιά αυταρχική και πατερναλιστική νοοτροπία. Οι συνταξιούχοι και οι οργανώσεις τους έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικούν, να διαμαρτύρονται και να θεωρούν ανεπαρκή τα όποια επιδόματα, ειδικά όταν έχουν δει τα εισοδήματά τους να λεηλατούνται για χρόνια.

Η κριτική τους και η απαίτησή τους για πραγματική, μόνιμη αποκατάσταση των απωλειών τους δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι.

Όταν η πολιτική επιχειρηματολογία υποβιβάζεται σε τέτοιου είδους δικαιολογίες, χάνεται κάθε σοβαρότητα. Η κατάργηση κοινωνικών κεκτημένων δεν είναι παιχνίδι «πεισμάτων» και η αξιοπρέπεια των συνταξιούχων δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο τέτοιων φθηνών πολιτικών ελιγμών.