Τις τελευταίες μέρες αντί να ασχολούμαστε με την τεράστια επιτυχία του Ολυμπιακού, που ήταν συνάμα μεγάλη διάκριση για τη χώρα, αφού η «θρυλική» ομάδα μπάσκετ έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης, ασχολούμαστε με αυτά που καταγράφηκαν στις κερκίδες. Και αυτό από μόνο του είναι λυπηρό, αλλά και άξιο προβληματισμού. Καταρχάς ασχολούμαστε με όσα έγιναν στις κερκίδες γιατί κάποιοι φρόντισαν να «διαρρεύσει» στα ΜΜΕ το βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Και δεν «διέρρευσαν» για να αποδοθεί η κύρια ευθύνη στον Βαγγέλη Μαρινάκη, ούτε για να «αθωώσουν» τον Γρηγόρη Δημητριάδη. Γιατί είναι εμφανές ότι τον καυγά τον ξεκίνησε ο Γρηγόρης Δημητριάδης που εμφανώς είναι ο κύριος υπεύθυνος του επεισοδίου.

Τα πλάνα διέρρευσαν για να κάνει για ακόμη μια φορά επίδειξη ισχύος το σύστημα εξουσίας γύρω από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και αυτό αποδεικνύεται από το τι ακριβώς βλέπουμε. Από τη μια έχουμε τον ηγέτη του Ολυμπιακού. Εκείνον που μέσα στην φουρτούνα της μεγαλύτερης οικονομικής και κοινωνικής κρίση που χτύπησε τη χώρα μας, έπιασε το τιμόνι των Ερυθρόλευκων το 2010 αλλάζοντας την ίδια, την ιστορία: Δημιουργώντας τον κορυφαίο πολυαθλητικό σύλλογος της Ευρώπης όπως μαρτυρούν οι 158 τίτλοι -της εποχής του- σε όλα τα επίπεδα.  ‘Ενας επιχειρηματίας διεθνούς βεληνεκούς, πασίγνωστος στην ελληνική κοινωνία αλλά και με διεθνή φήμη, που έχει βρεθεί στο μικροσκόπιο και των μεγαλύτερων διεθνών ΜΜΕ και που συχνά έχει «στοχοποιηθεί», συχνά με κακόβουλες εκστρατείες δυσφήμισης.

Στην άλλη πλευρά, πίσω από το κάγκελο του διαδρόμου, βρίσκεται κάποιος που μπορούμε να στοιχηματίσουμε με σχετική ασφάλεια ότι οι περισσότεροι Έλληνες, ακόμη κι αν τον έχουν ακουστά, δεν ξέρουν ακριβώς ποιος είναι και τι κάνει. Παρά τις επίμονες προσπάθειες των φιλικών μέσων και δημοσιογράφων που ελέγχει να τον πλασάρουν σαν ένα φιλάνθρωπο δικηγόρο και «στρατιώτη» της παράταξης του, η πλειοψηφία των Ελλήνων ίσως απλώς να έχουν δει το πρόσωπο και το όνομα του σε δημοσιεύματα σε σχέση με το σκάνδαλο των υποκλοπών ή κάποια από τις δεκάδες αγωγές που έχει καταθέσει σε όποιο δημοσιογραφικό μέσο έχει τολμήσει να ερευνήσει ή να σχολιάσει το ρόλο του ως πρώην Γενικού Γραμματέα του Πρωθυπουργού και θείου του, Κυριάκου Μητσοτάκη.

Έχουμε, επομένως, δύο πρόσωπα με εντελώς διαφορετική εικόνα, ρόλο και σημαντικές διαφορές στον τρόπο που έχουν απασχολήσει τη δημόσια σφαίρα. Από τη μία, ένα πρόσωπο διαρκώς εκτεθειμένο στο δημόσιο έλεγχο και την κριτική, ακόμη και την κακόβουλη. Από την άλλη, ένα πρόσωπο του οποίου η δημόσια αναγνωρισιμότητα δεν συνοδεύεται απαραίτητα από αντίστοιχη διαφάνεια ως προς τον ρόλο, την επιρροή και τη δημόσια λογοδοσία του. Ιδίως όταν προσπαθεί με καταχρηστικές αγωγές τύπου SLAPP να φιμώσει οποιαδήποτε προσπάθεια να αναδειχτούν οι μεγάλες πολιτικές ευθύνες του για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα υποκλοπών της πρόσφατης ιστορίας.

Η ασυμμετρία -μεταξύ άλλων και- ως προς τον βαθμό δημόσιας έκθεσης και ελέγχου μεταξύ των δύο είναι εμφανής.

Ας προσθέσουμε εδώ και ένα ακόμη στοιχείο. Και οι δύο συνοδεύονται από ασφάλεια. Αν ρωτήσετε έναν οποιονδήποτε Έλληνα γιατί έχει ασφάλεια ο Βαγγέλης Μαρινάκης, ξέρει να σας πει το λόγο. Όπως γνωρίζει και πως έχει την οικονομική δυνατότητα να την πληρώνει. Για τον Γρηγόρη Δημητριάδη η απάντηση δεν είναι προφανής σε όλους. Δεν έγινε προφανής ούτε το 2021, ενόσω ακόμη κατοικοέδρευε στο Μαξίμου κι έγινε γνωστό πως ένας εκ των ανδρών της ασφάλειας του, μαζί με έναν «συνάδελφο» του, είχαν επιτεθεί σε πολίτη που διαμαρτυρήθηκε, επειδή τα αυτοκίνητα του Δημητριάδη και της συνοδείας του παραβίασαν κόκκινο φανάρι στην οδό Μιχαλακοπούλου. Ούτε προβληματίστηκε κανείς όταν είχε γίνει γνωστό ότι είχε παραιτηθεί ο πρώην διοικητής της ΕΚΑΜ, προκειμένου να αναλάβει την φρούρηση του.