Κανονικά δεν θα έπρεπε να εμφανιστούν κάποιες φωτογραφίες στο διαδίκτυο για να θυμηθούμε τους 200 της Καισαριανής. Ή αυτούς στο μπλόκο της Κοκκινιάς. Ή το Δίστομο και τα Καλάβρυτα…

Όχι γιατί οι φωτογραφίες δεν είναι σημαντικές, γιατί δίνουν πρόσωπο στα θύματα και αποτυπώνουν τη στιγμή που η βαρβαρότητα συναντά τη θυσία. Αλλά γιατί αυτή η μνήμη θα έπρεπε να είναι ούτως ή άλλως ζωντανή.

«Ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη είναι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία», έγραψε κάποτε ο Μίλαν Κούντερα και γι’ αυτό ακριβώς μιλάμε.

Γιατί οι νεκροί της Καισαριανής, κομμουνιστές οι περισσότεροι που από κρατούμενοι της Μεταξικής Δικτατορίας βρέθηκαν κρατούμενοι των δυνάμεων κατοχής και άλλοι που είχαν συλληφθεί για την αντιστασιακή τους δράση, θυμίζουν ότι η ιστορία αυτής της χώρας είναι μια ιστορία αγώνων και θυσιών για ελευθερία, δημοκρατία και δικαιοσύνη.

Είναι η ιστορία ανθρώπων που «υπό κανονικές συνθήκες» δεν είχαν καμία διάθεση να γίνουν ήρωες. Ούτε να πάρουν τα όπλα. Ούτε να βρεθούν στην παρανομία. Ούτε να βρεθούν απέναντι σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα.

Να δουλέψουν, να δημιουργήσουν, να ερωτευτούν, να κάνουν οικογένεια ήθελαν.

Και να ζουν σε έναν τόπο που να αξίζει να τον λένε πατρίδα.

Όμως, όταν ήρθε η ώρα, ένιωσαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Και πλήρωσαν το τίμημα. Άλλοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα των κατακτητών, άλλοι στα βασανιστήρια των συνεργατών των κατακτητών και άλλοι αργότερα στα άλλα εκτελεστικά αποσπάσματα του Εμφυλίου και στις εξορίες.

Και πλήρωσαν το τίμημα, άλλοι στον υπέρτατο βαθμό, άλλοι με ταλαιπωρίες και βάσανα, ελπίζοντας ότι δεν θα πάει χαμένο. Ότι κάποια στιγμή τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Ότι άλλες και άλλοι, επόμενες γενιές θα ζήσουν σε έναν καλύτερο τόπο.

Για χρόνια η μνήμη τους διατηρήθηκε ζωντανή. Έγιναν στίχοι σε ποιήματα και σε τραγούδια. Κάποια στιγμή ήρθε κι η Πολιτεία και αναγνώρισε την ύπαρξή τους και τη μνήμη τους, εκείνον τον Αύγουστο του 1982 – τότε που η «συντηρητική παράταξη» αποχώρησε από τη Βουλή για να μην ψηφίσει την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Τα χρόνια πέρασαν, όμως, η χώρα έμοιαζε να απομακρύνεται από εκείνα τα διλήμματα και τις διαιρέσεις και να παραδίδεται στην «ανάπτυξη». Κάποιοι θεώρησαν ότι μπορούσαν να ξαναγράψουν την ιστορία και να κάνουν θύτες τα θύματα και ήρωες τους θύτες. Η Ακροδεξιά, σε όλες τις παραλλαγές, προσπάθησε να αποκαταστήσει τη μνήμη των δωσίλογων, όταν δεν εξυμνούσε το φασισμό. Η μόνη κυβέρνηση που ξεκίνησε τη θητεία της με τον πρωθυπουργό να πηγαίνει στον τοίχο της Καισαριανής, πολεμήθηκε, την ώρα που στην Ευρώπη ο ιστορικός αναθεωρητισμός ήθελε να ξαναγράψει συνολικά την ιστορία του 20ου αιώνα.

Όμως, το χρέος, σε αυτούς που ήρθαν πριν από εμάς, σε αυτούς που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για εμάς και για όσους θα έρθουν μετά από εμάς, παραμένει. Ανεξόφλητο…