Το δις εξαμαρτείν δεν είναι ποτέ καλό σημάδι, ιδίως όταν η χρονική απόσταση ανάμεσα στα δύο στραβοπατήματα είναι μικρή. Αναφέρομαι στη δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου στην οποία είπε ότι θα μπορούσε η Ευρώπη να συμμετέχει στο «Συμβούλιο Ειρήνης» του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά μόνο για το θέμα της Γάζας. Μια δήλωση που φάνηκε να διαφοροποιείται από τη θέση των υπολοίπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, που εύλογα είδαν με επιφύλαξη αυτή την παράκαμψη του ΟΗΕ ως βασικού οργάνου διεθνούς συνεργασίας.
Είχε προηγηθεί η δήλωση την επαύριον της αμερικανικής επέμβασης στη Βενεζουέλα, όταν ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει ότι δεν είναι ώρα να εξεταστεί η νομιμότητα της αμερικανικής ενέργειας, παρότι ήταν μια κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Μπορώ να κατανοήσω γιατί ο πρωθυπουργός έκανε αυτές τις δηλώσεις.
Είναι γνωστό ότι τα προηγούμενα χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παραβαίνοντας μια «κόκκινη γραμμή» που ήθελε τις ελληνικές κυβερνήσεις να μην παίρνουν θέση στις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις των ΗΠΑ και να φροντίζουν να τα έχουν καλά και με τις δύο αμερικανικές παρατάξεις, είχε τοποθετηθεί ιδιαίτερα επιθετικά κατά του Ντόναλντ Τραμπ και είχε κατ’ επανάληψη αναφερθεί στον «τραμπισμό» ως αρνητικό φαινόμενο.
Από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ και μετά η κυβέρνηση προσπαθεί απεγνωσμένα να καλύψει το «χαμένο έδαφος» απέναντι στις ΗΠΑ και αυτό φαίνεται στις προσπάθειες του πρωθυπουργού να δείξει ότι είναι πιο θετικός απέναντι στον Τραμπ σε σχέση με άλλους ευρωπαίους ηγέτες. Είχαμε δει κάποια στιγμή τον πρωθυπουργό και να προσπαθεί να φανεί στις τηλεοπτικές εικόνες ότι μιλούσε με τον αμερικανό πρόεδρο, όταν ήταν απολύτως σαφές ότι αυτός δεν είχε κάποια τέτοια διάθεση.
Μόνο που δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος τρόπος για να προωθηθούν τα εθνικά συμφέροντα. Για την ακρίβεια είμαι σχεδόν πεπεισμένος για το αντίθετο, ότι είναι ο λανθασμένος τρόπος.
Εδώ να ξεκαθαρίσω κάτι εξαρχής: η χώρα μας χρειάζεται να έχει μια καλή σχέση με τις ΗΠΑ, ιδίως σε αυτή τη συγκυρία. Η Ελλάδα δεν είναι μια δυτικοευρωπαϊκή χώρα, όπως η Γαλλία ή το Βέλγιο, ή ακόμη και η Γερμανία που τα σύνορά τους δεν έχουν καμία αμφισβήτηση. Εχει να αντιμετωπίσει την Τουρκία, που αντικειμενικά είναι μια αναθεωρητική δύναμη, που αμφισβητεί όψεις της κυριαρχίας της χώρας μας. Μακριά από μένα κάθε «τουρκοφαγία», αλλά είναι υπαρκτό το ζήτημα με την Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο προφανώς και έχουμε ανάγκη μια συνεργασία με τις ΗΠΑ, για να μπορέσουν, εάν χρειαστεί, να παρέμβουν υπέρ των ελληνικών θέσεων. Και επειδή οι χώρες δεν παρεμβαίνουν από «θέση αρχής», αλλά επειδή κάτι είναι προς το συμφέρον τους, εύλογο είναι η χώρα μας να κάνει και παραχωρήσεις σε αυτή την κατεύθυνση. Η πολιτική γύρω από τους αγωγούς LNG ή ορισμένες αμυντικές διευκολύνσεις σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις γενικά και οι σχέσεις με τον Πρόεδρο Τραμπ θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από μια λογική «να λέμε αυτά που θα τους χαϊδέψουν τα αυτιά». Ιστορικά, άλλωστε, οι ηγεμόνες αντιπαθούν τους απλούς «κόλακες».
Πρώτα από όλα γιατί αυτό γενικά είναι λανθασμένη τακτική. Δεν θα μας λάβει κανείς υπόψη στα σοβαρά μόνο γι’ αυτά που λέμε, αλλά πρωτίστως γι’ αυτό που είμαστε και γι’ αυτό που κάνουμε. Ακόμη περισσότερο, δεν θα λάβει κανένας υπόψη στα σοβαρά μια χώρα που εγκαταλείπει θέσεις αρχής και, για παράδειγμα, εκεί που για χρόνια ήταν υπέρ του διεθνούς δικαίου, των Διεθνών Δικαστηρίων, της επίλυσης των ελληνοτουρκικών με προσφυγή στη Χάγη, τώρα χαιρετίζει την υποκατάσταση και υπονόμευση των διεθνών θεσμών και του δικαίου που αυτοί εκπροσωπούν.
Όμως, ούτε πιστεύω ότι ο τρόπος για να κερδηθεί η εύνοια του Τραμπ είναι να σπεύδει ο πρωθυπουργός να κάνει δηλώσεις υπέρ του. Ο Τραμπ συμπεριφέρεται πρωτίστως σαν επιχειρηματίας, μια που αυτή παραμένει η βασική του ιδιότητα. Δεν συμπαθεί τις μακροσκελείς διαδικασίες και τις διπλωματικές «λεπτότητες», αντιλαμβάνεται τη διαπραγμάτευση με όρους επιχειρηματικής συμφωνίας, ενός deal. Και βέβαια έχει δείξει ότι προτιμά να συζητά με αυτούς που στα μάτια του φαντάζουν ως «νικητές», ως αυτοί που τα έχουν καταφέρει. Ακόμη και εάν είναι αντίπαλοί του, όπως φάνηκε όταν κάλεσε στον Λευκό Οίκο τον νέο αριστερό δήμαρχο της Νέας Υόρκης, ακριβώς επειδή αναγνώρισε ότι ήταν κάποιος που τα κατάφερε. Αναγνωρίζει, δηλαδή, τον συνομιλητή του όταν έχει πραγματική ισχύ. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζει με κάποιο σεβασμό, τον Πούτιν, τον Σι ή τον Ερντογάν. Και γι’ αυτό μπορεί να φέρεται ακόμη και απαξιωτικά σε κάποιον σαν τον Στάρμερ που προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή την «ειδική σχέση» ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι η χώρα μας ως προς τη σχέση με τις ΗΠΑ στην «εποχή Τραμπ» δεν χρειάζεται εξυπνάδες και χειρισμούς επικοινωνιακούς, αλλά ξεκάθαρες θέσεις και μια προσπάθεια να κατοχυρώσει ότι είναι μια δύναμη με δική της φωνή. Το ίδιο και απέναντι στους Ευρωπαίους. Αυτό σημαίνει να συζητήσει με τις ΗΠΑ αυτά που πρέπει να συζητήσει, τις συμφωνίες που μπορεί να γίνουν, τις αναγκαίες παραχωρήσεις, αλλά και τις σαφείς απαιτήσεις.
Σημαίνει, ακόμη, να μιλά με τη δική της φωνή, με βάση το τι είναι σωστό και όχι με βάση το «που φυσάει ο άνεμος». Αυτό θα σήμαινε, για να δώσω δύο παραδείγματα να διατυπώσει ευθαρσώς τη θέση ότι ήταν παράνομη η επέμβαση στη Βενεζουέλα, αλλά από την άλλη να ταχθεί και υπέρ της θέσης ότι είναι προτιμότερο να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία με αναγνώριση των τετελεσμένων, όπως λίγο πολύ προτείνει ο Τραμπ, παρά να συνεχιστεί «γιατί είναι με τη σωστή πλευρά της ιστορίας». Ας μην ξεχνάμε ότι στην «εποχή Τραμπ» δεν μιλάμε τόσο για ένα νέο «Ψυχρό Πόλεμο» όπου πρέπει να διαλέξουμε στρατόπεδο σε όλα τα ζητήματα, αλλά για έναν κόσμο περισσότερο πολυπολικό, έναν κόσμο που σίγουρα έχει μεγαλύτερη αβεβαιότητα αλλά επιτρέπει και στις χώρες να κάνουν επιλογές αντί απλώς να συμμορφώνονται και άρα κάνει επιτακτική την ανάγκη μιας «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής».
Και βέβαια σημαίνει να γίνει μια χώρα πιο ισχυρή: με ένα αναπτυξιακό μοντέλο με μέλλον και δυναμισμό, με κοινωνική συνοχή, και με πολύ μεγαλύτερη πολιτική συνεννόηση στο εσωτερικό της. Κοντολογίς όλα αυτά που δεν κάνει η τωρινή κυβέρνηση.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.