Από τις ανακοινώσεις είναι ξεκάθαρο ότι οι τράπεζες επικαλέστηκαν πιθανή διαφωνία των εποπτικών αρχών στην Φρανκφούρτη, σε σχέση με το αρχικό αίτημα για μια πιο γενναιόδωρη λύση. Αλλωστε ό,τι αποφασιστεί θα πρέπει να εγκριθεί από τις εποπτικές αρχές.

Ιδιαίτερα παραγωγική, χωρίς τις «τρέλες» και τις «απειλές» της προηγούμενης συνάντησης πριν από μια εβδομάδα και με σαφώς ηπιότερους τόνους, ήταν η συνάντηση της Πέμπτης του υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα με τους επικεφαλής των μεγάλων ελληνικών τραπεζών. Είναι ξεκάθαρο ότι η λύση που θα αποφασιστεί δεν θα αφορά – και σωστά – το σύνολο των δανειοληπτών, καθώς σε καμία οικονομία παγκοσμίως δεν βρίσκονται όλοι οι πολίτες οικονομικά στην ίδια κατάσταση και σίγουρα δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα. Αρα η όποια λύση βρεθεί, περιορίζεται σε μια μικρότερη ομάδα δανειοληπτών, οικονομικά ευάλωτων (περίπου 20.000), που εξυπηρετούν για την ώρα το δάνειό τους, οι οποίοι σε περίπτωση που δεν ενισχύονταν θα το «κοκκίνιζαν». Και επειδή όλοι γνωρίζουμε πόσο σημαντικό είναι μην «κοκκινίσουν» ξανά τα δάνεια, οι τράπεζες έβαλαν νερό στο κρασί τους και συμφώνησαν να φέρουν λύση που δεν θα «χτυπάει» στα κεφάλαιά τους. Τουλάχιστον όχι σε σημαντικό βαθμό. Για όποιους το δάνειο είναι ήδη «κόκκινο» ξεκαθαρίστηκε ότι οι μόνες διαθέσιμες λύσεις είναι αυτές που είναι ήδη στο τραπέζι. Δηλαδή ο εξωδικαστικός και οι τραπεζικές ρυθμίσεις.

Από τις ανακοινώσεις είναι ξεκάθαρο ότι οι τράπεζες επικαλέστηκαν πιθανή διαφωνία των εποπτικών αρχών στην Φρανκφούρτη, σε σχέση με το αρχικό αίτημα για μια πιο γενναιόδωρη λύση. Αλλωστε ό,τι αποφασιστεί θα πρέπει να εγκριθεί από τις εποπτικές αρχές.

Το άλλο θέμα που επίσης έκλεισε με τη χθεσινή ανακοίνωση, ήταν η διάψευση της φημολογίας ότι «ανοίγουν οι κρουνοί» του προεκλογικού προϋπολογισμού και ότι δήθεν η κυβέρνηση θα αρχίσει να επιδοτεί κάθε δάνειο και κάθε δόση. Κυρίως, όπως διαρρέονταν, ακόμα και από βουλευτές της, των συνεπών δανειοληπτών. Αυτό που ξεκαθαρίστηκε στον απόλυτο βαθμό, είναι πως ό,τι γίνει δεν πρέπει να έχει δημοσιονομικό κόστος. Μιλάμε οπότε για λύσεις που αφορούν λίγους, επιβαρύνουν ελάχιστα τα κεφάλαια των τραπεζών και δεν κοστίζουν στον προϋπολογισμό. Τραπεζική για την ώρα κανονικότητα. Και πολιτική ωριμότητα.

Αν βάλουμε και στην εξίσωση τα όσα είπε χθες ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στη γερμανική «Handesplatt», τότε μπορούμε να έχουμε την ελπίδα ενός ηπιότερου χειρισμού των μελλοντικών αυξήσεων των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η επόμενη συνεδρίαση είναι σε δύο εβδομάδες, στις 15 Δεκεμβρίου, και αυτό που αρχικά προεξοφλούνταν ότι μας παραμένει μια νέα μεγάλη αύξηση έως και 75 μονάδες βάσης, δείχνει να αποτρέπεται. Θα αυξηθούν τα επιτόκια, αλλά μάλλον με μικρότερο ρυθμό και ίσως η ανοδική τους πορεία να ολοκληρωθεί νωρίτερα από ό,τι αναμένονταν. Οπως είπε ο Γ. Στουρνάρας, οι στρεβλώσεις από πλευράς της προσφοράς αμβλύνονται, οι τιμές της ενέργειας αυξάνουν πλέον με μικρότερο ρυθμό, ενώ η επιβράδυνση της ανάπτυξης μειώνει τις πιέσεις στις τιμές. Αυτό που μένει είναι να εισακουστεί από τους συναδέλφους του στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.

Ο έλληνας κεντρικός τραπεζίτης, πρόσθεσε και ορισμένες παρατηρήσεις απευθυνόμενος στην κυβέρνηση, προκειμένου η οικονομία να είναι ακόμα πιο θωρακισμένη το επόμενο διάστημα. Υπενθύμισε την ανάγκη υλοποίησης ορισμένων ξεχασμένων μεταρρυθμίσεων. Οπως αυτή της εξάλειψης των καθυστερήσεων στην απονομή δικαιοσύνης, της αυξημένης συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας μέσω της δημιουργίας περισσότερων βρεφονηπιακών σταθμών και της αξιολόγησης στο Δημόσιο. Ολες θεωρητικά πιο εύκολες στην υλοποίηση από το πρόβλημα της αύξησης των επιτοκίων, αλλά στην πράξη τόσο μα τόσο δύσκολες…

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr