Στις υψηλότερες κορυφές του Νεοελληνικού Παρνασσού

Το συνοπτικό της βιογραφίας και ιστορίας του ποιητού Μαβίλη, του αειμνήστου αυτού κορυφαίου, που στάθηκε διανοούμενος και ήρωας, το ίδιο ξέχωρος, το αναδημοσιεύω εδώ ως εισήγησι του άρθρου μου. Το διατήρησα στα χαρτιά μου, γιατί, λακωνικό όπως είνε, τον χαρακτηρίζει τέλεια. Το σημείωμα αυτό, επί πλέον, το στολίζει και το σεπτόν του ομοίωμα, ξεσηκωμένο από τη γνωστή εκείνη φωτογραφία που τον παρουσιάζει με τη στολή των Γαριβαλδινών και το στρατιωτικό του πηλήκιο προς τ’ απάνω, κατά τρόπο που το πλατύ και υπερήφανο μέτωπό του να φαντάζη υψηλοφρονέστερο… Τα ωραία του μάτια μαντεύονται ή καλύτερα διαφαίνονται γαλανά και ωραία. Και το σημείωμα ιδού τι αναφέρει:

«Ο Μαβίλης, γόνος ευγενικής οικογένειας, γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1860. Μαθητής στην αρχή του Πολυλά, διδάχτηκε απ’ αυτόν φιλολογία και ωραίες τέχνες. Εκλέχθηκε βουλευτής στα 1910 και στη Βουλή έκαμε μια μνημειώδη αγόρευσι υπέρ της δημοτικής γλώσσας. Είχε σπουδάση Ιταλική, Αγγλική, Γερμανική και Ισπανική φιλολογία, είχε εγκύψη στη μελέτη των αρχαίων και είχε ακόμα εκμάθη και τη Σανσκριτική. Εμφορούμενος υπό εθνικών ιδεωδών, το 1896 κατήλθε εις Κρήτην, όπου και επληγώθη μαχόμενος, κατόπιν δε ετέθη επί κεφαλής ανταρτικού σώματος πολεμήσας στην Ήπειρο, όπου επίσης επληγώθη. Το 1912, σε ηλικία 53 ετών, έλαβε και πάλι μέρος στην εκστρατείαν της Ηπείρου ως Γαριβαλδινός λοχαγός και την 29 Νοεμβρίου έπεσε γενναίως μαχόμενος εις τον Δρίσκον. Αι τελευταίαι λέξεις του ήσαν: Επερίμενα πολλές τιμές από τούτον τον πόλεμο, αλλά όχι και την τιμή να θυσιάσω και την ζωή μου για την πατρίδα μου! Το ποιητικό του έργο είνε εξαίρετο, τα σονέτα του δε και ιδίως η περίφημη Λήθη και η Εληά έχουν τοποθετήση το Μαβίλη σε μια από τις υψηλότερες κορυφές του Νεοελληνικού Παρνασσού».

Όταν διάβαζα αυτό το σύντομο και τόσο περιεκτικό βιογραφικό σημείωμα της ζωής και του θανάτου του μεγάλου αυτού πατριώτη και ποιητή, τα μάτια μου θαμπώνονταν σαν από έναν ήλιο που έπεφτε απάνω σ’ εκείνο το έντυπο και περιέβαλλε με αίγλη αθανασίας την εξαϋλωμένη μορφή του Κερκυραίου Ιππότη, που γαληνός και χαμογελώντας με κύτταζε…

 
 

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 9.10.1940, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Αριστοκράτης από πατέρα και μητέρα, Ισπανός από κείνον και Καποδίστριας από κείνη, ανατράφτηκε με εξαιρετική επιμέλεια. Εύπορος ακόμα, καλύτερα πλούσιος, μόλις ξεπετάχτηκε κάπως και ύστερα από ενός χρόνου φοίτησι στο Πανεπιστήμιό μας φεύγει στη Γερμανία. Εκεί ακολουθεί μαθήματα στα Πανεπιστήμια του Μονάχου, του Στρασβούργου, του Μπρεσλάου και σε άλλα ακόμα. Ολόκληρα δώδεκα χρόνια ζη ζωηρά την ιδιότυπη ζωή των φοιτητών της Γερμανίας με τις ιπποτικές της παραδόσεις. Την ατρόμητη ψυχή του την εχαλύβδωσε ακόμα περισσότερο η συνήθεια των συναδέλφων του Γερμανών σε επικίνδυνες μονομαχίες, στις οποίες τους ακολουθούσε, κραδαίνοντας το ξίφος. Σημάδια του θάρρους του έφερνε βαθειά στο πρόσωπο, μέχρι του θανάτου του. Μέγας θαυμαστής του Γκαίτε, μολονότι μας φοβερίζει κάπου πως ύστερα από κείνον θα έπρεπε να σπάσουν όλες οι πέννες, όχι μόνον έγραψε εξαίσια πρωτότυπα έργα, αλλά μετέφρασε και του μεγάλου Γερμανού ποιήματα, ανάμεσα σε τόσα άλλα, με τα οποία επλούτισε το Νεοελληνικό Παρνασσό. Η παραμονή του στη Γερμανία, επί πλέον, του εμόρφωσε γενικώτερα χαρακτήρα και πνεύμα, τόσο έκδηλα ύστερα στην ποιητική του παραγωγή και στη ζωή του. Ο ηθικός νόμος του Καντ, να το εγκόλπιο του Μαβίλη. Θαυμαστής του μεγάλου φιλοσόφου της Καινιξβέργης, ανύψωσε την ιδέα του καθήκοντος σε κυρίαρχο γνώμονα της ζωής.

Το να είνε κανένας ανωφελής ή περιττός, σημαίνει εξευτελισμό στο άτομό του της ανθρωπότητος. Σκοπός πρωταρχικός του ανθρώπου, μαζί με την υποχρέωσι προς τελειοποίησί του, είνε η ευτυχία των ομοίων του. Ο Μαβίλης χάριν αυτής της ευτυχίας εθυσίασε τη ζωή του στο Δρίσκο. Πληγωμένος, ενώ ανηφόριζε, βασταγμένος, προς ένα ρημοκκλήσι, για πρόχειρη περίθαλψι, ανασηκώθηκε να δη αν ο λόχος του βάδιζε προς τα εμπρός. Εκεί, έτσι, τον βρήκε το δεύτερο βόλι και τον ετελείωσε. Δηλαδή, τον έκαμε αθάνατο!

 
 

Το ποιητικό έργο του Μαβίλη θα έφτανε κι’ αυτό να τον σώση από τον καιρό. Υπάρχουν ποιήματα μέσα στο βιβλίο των απάντων του άξια να τον διαιωνίσουν. Και όχι μόνο στα σονέτα του, που είνε σαν σκαλισμένα σε μάρμαρο, αλλά ακόμα και στα πρώτα του πρώτα. Ένας αυθορμητισμός σ’ αυτά και μια εγκάρδια αφέλεια, και μια υπερήφανη νωχέλεια, είνε θελητικά ποιητικά χαρίσματα σπάνια. Εξ άλλου, οι μεταφράσεις του, από τις περισσότερες ξένες γλώσσες, τι μάθημα για τους νεωτέρους, της ποιητικής ομορφιάς και τέχνης! Στα έργα του τα πρωτότυπα προέχει η φλογερή αγάπη για την πατρίδα, αλλά και τα άλλα αισθήματα, η φιλία, ο έρωτας, η συμπόνοια, δεν καθυστερούν καθόλου. Σ’ όλα του τα γραπτά και στα γράμματά του ακόμα, σε δικούς του και φίλους του, απ’ όσα ξέρουμε, βέβαια, κρατιέται η ανιούσα, απαρέκκλιτα. Τίποτε το ατημέλητο, ή το ξέβαθο σ’ αυτά, και όταν ακόμα ο ποιητής φαίνεται πως παίζει.

Το Μαβίλη τον γνώρισα το 1896, όταν κατέβαινε στην Κρήτη. Τον είδα στο «Ξενοδοχείον των Αθηνών», όπου περαστικός από δω έμεινε 2-3 ημέρες. Τον είδα τότε και ποτέ άλλοτε. Όταν εγώ ήμουν εδώ, εκείνος ήταν μακρυά, και όταν ήμουν εγώ στην ξενητιά, τότε μόνον ήταν εκείνος εδώ ως βουλευτής. Την Αθήνα, ως τέτοιος νομίζω, τη γνώρισε κάπως. Δεν την έβλεπε συχνά. Ωστόσο δεν ξεχνώ την πρώτη και μοναδική μας συνάντησι.

 
 

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 9.10.1940, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Θυμούμαι πως ο Παλαμάς με πήρε μαζί του τότε και με παρουσίασε στον ποιητή της «Κέρκυρας», της «Λήθης» και τόσων άλλων εξαίσιων έργων. Μας δέχτηκε στο σαλόνι του ξενοδοχείου, έχοντας στο πλάι του ένα μαυροδέματο νέο, σχεδόν έφηβο, κατσούφη, με κατεβασμένα τα μάτια και ματσουλώντας το επάνω του χείλος.

Σας παρουσιάζω, μας είπε, αφού μας έσφιξε το χέρι εγκάρδια και γελαστά, τον κύριο Ντίνο Θεοτόκη, το φίλο μου.

Τίποτε δεν προδίκαζε απάνω στα χαρακτηριστικά του τελευταίου τον συγγραφέα που θα τιμούσε ύστερα τα ωραία γράμματα, με έργα τόσο χρωματισμένα και δυνατά, όσο είνε ο «Κατάδικος» η «Τιμή και το χρήμα» και τα άλλα του πεζογραφήματα. Τα τόσο πρωτότυπα και με τόση τέχνη διαγραμμένα, σε πρόσωπα και πράγματα και περιγραφές, ιστορήματα. Με το Θεοτόκη με συνέδεσε αργότερα μια εγκάρδια σχέσι και αμοιβαία εκτίμησι. Αλλά γι’ αυτά θα γράψω όταν θα σχεδιάσω το πορτραίτο του.

Το Μαβίλη δεν τον ξαναείδα, όπως γράφω και παραπάνω, ποτέ, τον παρηκολούθησα όμως νοερώς ύστερα, στα σονέτα που δημοσίεψε κάθε τόσο στην «Τέχνη», το περιοδικό του Χατζόπουλου, στον περίφημο λόγο του στη Βουλή, διαβάζοντάς τον, εναντίον των γλωσσαμυντόρων, στην πολεμική του σταδιοδρομία, την καταπλήσσουσα με το μεγαλείον της, και στον ηρωικό του θάνατο, που του χάρισε την αθανασία. Από τη μοναδική εκείνη συνάντησί μας διατηρώ στη μνήμη μου την εικόνα του μια παρουσία βασιλικιά μαζί και ταπεινού ανθρώπου. Το φιλολογικό έργο του Μαβίλη δεν περιορίζεται ούτε χαρακτηρίζεται μόνο από τα σονέτα του, που είνε βέβαια περισσότερο διαδεδομένα. Το έργο του Μαβίλη πρέπει κανείς να το μελετά ολόκληρο. Το πρωτότυπο και το μεταφραστικό. Μαζί με τα «Βαλίσματα» του Βιζυηνού, τα «Ανά τον Ελικώνα», την «Ξένη λύρα» του Ποριώτη, την «Ξανατονισμένη μουσική» του Παλαμά, σε μεταφράσεις του Μαβίλη, ακόμα, δεν πρέπει να λείπουν από τη βιβλιοθήκη κανενός νέου μουσολήπτου, και κανενός ακόμα που αγαπά να νανουρίζεται από τη μουσική των λέξεων, παραδινόμενος σε άλλους κόσμους ψυχικούς, της φαντασίας και των ονείρων. Επί πλέον, για τους καλλιεργούντας την ποίησι κανένα μάθημα δε θα είνε τόσο αποτελεσματικό, όσο η ανάγνωσι και η μελέτη έργων μεγάλων ποιητών από μεγάλους τεχνίτες του στίχου αποδομένων σε άλλη γλώσσα. Όπως τα πρωτότυπα έργα του Μαβίλη, έτσι και τα μεταφραστικά του στέκουν στην πρώτη γραμμή. Ούτε μπορούσε να συμβή αλλοιώτικα. Η ζωή και ο θάνατός του άλλωστε στην πρώτη γραμμή, την κατακόρυφη, στέκεται προς θαυμασμό, διδαχή και παράδειγμα.

 
 

Κατεβαίνοντας ένα πρωί με λεωφορείο την οδό Κηφισιάς, είδα άξαφνα μπροστά στο δημόσιο μνημείο του μεγάλου ποιητού της πασίγνωστης «Λήθης», στο παρκάκι εκείνο που στέκει η προτομή του, έναν αξιωματικό, με κρατημένο προς το στήθος του το χαρτοφύλακά του, να αντιγράφη το επί της στήλης χαραγμένο επιτύμβιο. Το πράγμα με συγκίνησε τόσο πολύ, που μου έφερε ανατρίχιασμα. Έχω την τιμή να έχω γράψη εγώ αυτούς τους στίχους και η ταραχή μου εκείνη νομίζω πως δικαιολογείται. Το αφιέρωμα εκείνο που είνε εκεί χαραγμένο, ας μου συγχωρηθή να το επαναλάβω εδώ, κλείνοντας έτσι το σύντομο αυτό για τον ήρωα ποιητή σημείωμά μου:

Μνήμη ιερή! όσο ο θάνατος με τη ζωή παλεύει,
Τόξο λαμπρό, σελάγιζε στον αξεθύμαστο ουρανό.
Ψηλότερα, στον έβδομο, κανένας δε θ’ ανέβει,
Παρά όποιος, απαρόμοιαστος, χάρισμα θεϊκό,
Το στοχασμό του πρόσφερε σε θαυμασμό και χλεύη,
Και το αίμα του για δύστυχων ανθρώπων λυτρωμό.

*Κείμενο του μεσολογγίτη λογοτέχνη Μιλτιάδη Μαλακάση (1869-1943), που έφερε τον τίτλο «Ο Λορέντζος Μαβίλης» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» στις 9 Οκτωβρίου 1940.

Ο ποιητής και μεταφραστής Λορέντζος Μαβίλης έχασε τη ζωή του υπέρ πατρίδος στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, στη μάχη του Δρίσκου (τοποθεσία πλησίον της πόλης των Ιωαννίνων). Φονεύτηκε από τους Τούρκους στις 28 Νοεμβρίου 1912, σε ηλικία 52 ετών, πολεμώντας μαζί με τους περίφημους Γαριβαλδινούς ή Γαριβάλδηδες, σώμα εθελοντών ιταλών αγωνιστών.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr