Οταν γεννήθηκα, είχαν περάσει από τη 28η Οκτωβρίου 1940 τόσα, πάνω – κάτω, χρόνια όσα έχουν περάσει σήμερα από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Και όταν ήμουν περίπου πέντε ετών, τότε δηλαδή που άρχισα να ακούω ιστορίες από εκείνη την ημέρα και τη γερμανική κατοχή που ακολούθησε (με αυτά τα «παραμύθια» μεγάλωσα) είχαν περάσει όσα χρόνια, περίπου, έχουν περάσει σήμερα από την κρίση των Ιμίων, από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου και της Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Θέλω να πω ότι η μία από τις δύο εθνικές επετείους μας, έχει να κάνει με πολύ πρόσφατα γεγονότα. Ισως γι’ αυτό η συναισθηματική και προσωπική, για τον κάθε ένα από εμάς, εμπλοκή είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τη μακρινή 25η Μαρτίου. Οι άνθρωποι που έχουν ζωντανές μνήμες από εκείνη την ημέρα ζουν ακόμη, τα «παιδιά της κατοχής» είναι οι γονείς και οι παππούδες μας. Τα οικογενειακά άλμπουμ μας έχουν πολλές φωτογραφίες συνομήλικες της αυριανής επετείου. Ο ιστορικός χρόνος δεν έχει προλάβει να «ισοπεδώσει» τα γεγονότα.

Είναι λοιπόν μια επέτειος που μας αφορά. Και συγχρόνως, πολύ σημαντική αφού «κόβει» τον 20ο αιώνα στα δύο – η Ιστορία του χωρίζεται στο «πριν» και το «μετά» εκείνης της περιόδου. Και επιπλέον, με πολύ έντονες πολιτικές αποχρώσεις από αυτές που μας διχάζουν ακόμη. Αν το καλοσκεφτούμε, την 28η Οκτωβρίου και ό,τι αυτή πυροδότησε σε βάθος χρόνου, την κουβαλάμε ακόμη εντός μας. Στο θυμικό μας τουλάχιστον, δεν έχουμε αποστασιοποιηθεί από τη δραματική εκείνη δεκαετία που ξεκίνησε τότε. Και αυτό, μάλλον ανωριμότητα μου κάνει.

Για παράδειγμα, εδώ και πολλά χρόνια – από τα πρώτα μεταπολιτευτικά συγκεκριμένα – σύμφωνα με το αφήγημα μίας στρατευμένης ιδεολογίας, το «Οχι» δεν το είπε ο δικτάτορας Μεταξάς αλλά ο ελληνικός λαός. Ηταν ένα από πρώτα «τυράκια» που μας πάσαραν τότε που προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν εμάς τα πιτσιρίκια σε πολιτικές νεολαίες. Το έλεγα κι εγώ με στόμφο μέχρι που έστρωσα τον πωπό μου κάτω και διάβασα πώς έγιναν πραγματικά τα γεγονότα. Το «Οχι» δεν το είπε κανείς, δεν λέχθηκε ποτέ. «Alors, c’est la guerre!» («Λοιπόν έχουμε πόλεμο») απάντησε στο τελεσίγραφο του ιταλού πρέσβη ο Μεταξάς όπως γράφει ο ίδιος ο Εμανουέλε Γκράτσι στα απομνημονεύματά του («Η αρχή του τέλους», εκδόσεις Εστία).

Το «Οχι», για την ιστορία, είναι ο τίτλος άρθρου που δημοσιεύτηκε στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» την 30η Οκτωβρίου 1940. Από τότε έγινε ένα είδος λέξης – κλειδί που έβγαζε από την αμηχανία κυρίως τους δημοσιογράφους εκείνης της εποχής. Δεν έγινε ποτέ σύνθημα στα χείλη του λαού ή των στρατιωτών παρόλο που την ουσία του το στήριξε και ο μεν και οι δε με όλη την ψυχή τους.

Η αρχή ενός τέλους ή το τέλος μίας αρχής

Ενα άλλο θέμα που έχει προκύψει στη δημόσια συζήτηση είναι το ότι, ενώ σε όλον τον κόσμο γιορτάζεται η λήξη του πολέμου, εμείς γιορτάζουμε την έναρξή του. Οτι είμαστε ένας πολεμοχαρής λαός και άλλες τέτοιες σουσουδίστικες μπούρδες.

Ελα όμως που τότε έγινε το ελληνικό θαύμα. Ενας λαός που ερχόταν αποδεκατισμένος από μια πεντηκονταετία αλλεπάλληλων πολέμων και διχασμών (Ελληνοτουρκικός του 1897, Μακεδονικός Αγώνας, Βαλκανικοί, Πρώτος Παγκόσμιος, Μικρασιατική Εκστρατεία και το κύμα της προσφυγιάς) βρήκε το κουράγιο όχι μόνο να ξαναπάρει το όπλο για να αποκρούσει την επίθεση αλλά κυρίως, ίσως για πρώτη φορά στην πρόσφατη Ιστορία του, να παραμερίσει πολιτικά πάθη και διχόνοιες – νωπά ακόμη, που αιμορραγούσαν.

Από την άλλη, τι ακριβώς να γιορτάσουμε στη λήξη του πολέμου; Τα χάλια μας; Που ενάμιση μήνα μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, η πόλη αιματοκυλίστηκε σαν να μην έφτανε τι είχε τραβήξει τριάμισι χρόνια από τους Γερμανούς; Τον Εφύλιο που ακολούθησε; Τι;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr