Δανειακή στρατηγική παρόμοια με εκείνη του 2021 έχει σχεδιάσει το οικονομικό επιτελείο για το επόμενο έτος. Οι εκδόσεις από τον ΟΔΔΗΧ πρόκειται να φτάσουν τα 10 -12 δισ. ευρώ , ενώ στα σκαριά βρίσκεται και η δημιουργία πλαισίου έκδοσης ελληνικών κρατικών “πράσινων” χρεογράφων. Η δανειακή στρατηγική χτίζεται δεδομένων των υψηλών ταμειακών διαθεσίμων, των αναμενομένων αυξημένων κοινοτικών εκταμιεύσεων και των σχετικά περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών για το 2022. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου, σύμφωνα με τα στοιχεία, για την αποπληρωμή ομολόγων και για την καταβολή δόσεων από τα διμερή δάνεια το 2022 ανέρχονται σε 10,55 δισ. ευρώ έναντι 48,5 δισ. ευρώ φέτος.

Στόχος πάντως του υπουργείου είναι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας στο πρώτο μισό του 2023, χωρίς να αποκλείεται να επιτευχθεί και το 2022. Από το επιτελείο γίνεται προετοιμασία για πρόωρη εξόφληση μέρους των διμερών δανείων που σύναψε η Ελλάδα με τις χώρες της ευρωζώνης το 2010. Στόχος είναι η πρόωρη αποπληρωμή των 2,64 δις. ευρώ του 2022. Επίσης σχεδιάζεται η περαιτέρω αποπληρωμή του δανείου του ΔΝΤ. Η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλει 132 εκατ. ευρώ στα τέλη του 2022,1,3 δισ. ευρώ το 2023 και ακόμα 278 εκατ. ευρώ το 2024. Ήδη η χώρα έχει προχωρήσει στην πρόωρη αποπληρωμή περίπου 6 δισ. ευρώ δανείων του ΔΝΤ.

Οι δαπάνες για τόκους

Σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό, το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 386.320 εκατ. ευρώ ή 218,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, έναντι 374.006 εκατ. ευρώ ή 225,5% ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2020, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2020. Το 2022 το ύψος του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στα 391.200 εκατ. ευρώ ή 209,8% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 8,6 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2021. Παράλληλα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 350.000 εκατ. ευρώ ή 197,9% ως ποσοστό του ΑΕΠ στο τέλος του 2021, έναντι 341.023 εκατ. ευρώ ή 205,6% ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2020, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,7 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2020. Το 2022, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στα 355.000 εκατ. ευρώ ή 190,4% ως ποσοστό του ΑΕΠ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 7,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έναντι του 2021.

Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, οι δαπάνες για τόκους του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης διαμορφώνονται κοντά στα επίπεδα των 5.500-6.200 εκατ. ευρώ, ήτοι γύρω στο 3,1%-3,8% ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το βραχυχρόνιο κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αποτυπώνεται στις δημοπρασίες εντόκων γραμματίων 13, 26 και 52 εβδομάδων, κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα με αρνητικά επιτόκια για όλες τις διάρκειες των εκδόσεων. Στις πρόσφατες δημοπρασίες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε στο -0,40% για τα τρίμηνα, -0,39% για τα εξάμηνα και -0,31% για τα ετήσια έντοκα γραμμάτια, γεγονός που οφείλεται στα χαμηλά διεθνή επιτόκια, τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα της ΕΚΤ και τις επιτυχημένες εξόδους της χώρας στις αγορές κεφαλαίων καθ’ όλη τη διάρκεια του τρέχοντος έτους.

Στόχευση της δανειακής στρατηγικής για το 2022 είναι:

  • η διασφάλιση της συνεχούς εκδοτικής παρουσίας της χώρας στις διεθνείς αγορές σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχονται από τη συμμετοχή της χώρας στο έκτακτο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,
  • η περαιτέρω παροχή εκδόσεων υψηλής ρευστότητας με διατήρηση της ήδη εκτεταμένης φυσικής ωρίμανσής τους,
  • η περαιτέρω μείωση των περιθωρίων δανεισμού, καθώς και η περαιτέρω διασφάλιση της συνέπειας του ελληνικού δημοσίου ως κρατικού εκδότη με χαρακτηριστικά χώρας της ευρωζώνης.
  • Η αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχονται στο βραχυχρόνιο τμήμα της ευρωπαϊκής καμπύλης σε περιβάλλον αυξανόμενων επιτοκίων, αξιοποιώντας στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις υφιστάμενες θέσεις και τα χαρακτηριστικά του ελληνικού χαρτοφυλακίου δημοσίου χρέους.

Η δημιουργία πλαισίου έκδοσης ελληνικών κρατικών χρεογράφων με προσανατολισμό των δανειακών τους προσόδων στην «πράσινη» και «βιώσιμη» ανάπτυξη, με στόχο την επέκταση της επενδυτικής βάσης και τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Τα τρία σενάρια για το χρέος

Η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους, σύμφωνα με την Κομισιόν, εξακολουθεί να βασίζεται στις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής και έχει επικαιροποιηθεί με νέες πληροφορίες σχετικά με τα προθεσμιακά επιτόκια και τις εκδόσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την τελευταία έκθεση.

Αναφορικά με το βασικό σενάριο, έχει βελτιωθεί οριακά σε σύγκριση με τη 10η έκθεση λόγω της περαιτέρω μείωσης των ελληνικών προθεσμιακών επιτοκίων στα μέσα του Αυγούστου.

Στο βασικό σενάριο, το χρέος μειώνεται στο 57,6% του ΑΕΠ έως το 2060 και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Στο σενάριο υψηλότερου κινδύνου, το χρέος μειώνεται στο 97,6% του ΑΕΠ έως το 2060 και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες διαμορφώνονται στα επίπεδα του 20% του ΑΕΠ από τα τέλη της δεκαετίας του 2050.

Στο σενάριο χαμηλής ανάπτυξης, το επίπεδο του χρέους δεν σταθεροποιείται και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες ξεπερνούν μόνιμα το 20% του ΑΕΠ από τα τέλη του 2040.

Οι αποδόσεις και οι εκδόσεις

Σύμφωνα με το οικονομικό επιτελείο, η διαφορά απόδοσης (yield spread) μεταξύ του δεκαετούς ελληνικού και του αντίστοιχου γερμανικού ομολόγου αναφοράς κινήθηκε στα επίπεδα των 110-120 μονάδων βάσης κατά τη διάρκεια του 2021. Στο τέλος Σεπτεμβρίου η διαφορά απόδοσης διαμορφώνεται στα επίπεδα των 100 μονάδων βάσης, με την τρέχουσα απόδοση του δεκαετούς ομολόγου να διαμορφώνεται γύρω στο 0,78%.

Τον Ιανουάριο του 2021 η Ελλάδα προχώρησε σε επανέκδοση τριακονταετούς ομολόγου ονομαστικής αξίας 1.400 εκατ. ευρώ και αξίας διακανονισμού 2.027 εκατ. ευρώ με ιδιωτική τοποθέτηση και ακολούθησε τον Φεβρουάριο του 2021 κοινοπρακτική έκδοση δεκαετούς ομολόγου ύψους 3.500 εκατ. ευρώ, με σταθερό επιτόκιο 0,75% και τον Μάρτιο του 2021 κοινοπρακτική έκδοση τριακονταετούς ομολόγου ύψους 2.500 εκατ. ευρώ, με σταθερό επιτόκιο 1,875%. Κατόπιν, τον Μάιο του 2021 πραγματοποιήθηκε κοινοπρακτική έκδοση πενταετούς ομολόγου ύψους 3.000 εκατ. ευρώ με μηδενικό επιτόκιο και τον Ιούνιο του 2021 ακολούθησε η κοινοπρακτική επανέκδοση του δεκαετούς ομολόγου ύψους 2.500 εκατ. ευρώ με απόδοση 0,888%. Τον Σεπτέμβριο του 2021 έγινε διπλή επανέκδοση του πενταετούς και του τριακονταετούς ομολόγου ύψους 1.500 και 1.000 εκατ. ευρώ, αντίστοιχα, με απόδοση 0,020% και 1,675%, αντίστοιχα.

Η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση πραγματοποιήθηκε με μηνιαίες εκδόσεις εντόκων γραμματίων διάρκειας 13 και 26 εβδομάδων και τριμηνιαίες εκδόσεις διάρκειας 52 εβδομάδων, καθώς επίσης και σύναψη συμφωνιών repos κυρίως με τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Στις 31/08/2021 το ανεξόφλητο υπόλοιπο των ΕΓΕΔ ανερχόταν σε 12.600 εκατ. ευρώ, ενώ τα repos ανήλθαν σε 33.776,7 εκατ. ευρώ.

Πηγή: ΟΤ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο