Τουλάχιστον οι μισοί Αμερικανοί εργαζόμενοι δήλωναν σε πρόσφατη δημοσκόπηση υπέρ της υποχρεωτικότητας στον εμβολιασμό, μετά και την πλήρη έγκριση από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) του εμβολίου της Pfizer κατά της Covid-19, για άτομα άνω των 16 ετών.

Το λόμπι Business Roundtable -που εκπροσωπεί τις 200 μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες, στις οποίες απασχολούνται σήμερα συνολικά πάνω από 20 εκατομμύρια εργαζόμενοι- έσπευσε να «χαιρετίσει» το προεδρικό διάταγμα για υποχρεωτικούς εμβολιασμούς.

Ανάλογο ήταν το κλίμα και στη συνάντηση που είχε ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν, την Πέμπτη, στον Λευκό Οίκο, με διευθύνοντες συμβούλους αμερικανικών κολοσσών – από τη Microsoft και την Walt Disney Company, έως και την Kaiser Permanente και την Columbia Sportswear- που έχουν ήδη λάβει μέτρα για την ανοσοποίηση του εργατικού δυναμικού τους.

Κατά τον Μαρκ Ζάντι, επικεφαλής οικονομολόγο στο Moody’s Analytics, η υποχρεωτικότητα στον εμβολιασμό θα βοηθήσει σαφώς στην τόνωση της οικονομίας.

«Τα στοιχεία σε όλες τις χώρες δείχνουν ότι περισσότεροι εμβολιασμοί σημαίνουν λιγότερες λοιμώξεις, νοσηλείες και θανάτους», τόνισε. «Κάτι που με τη σειρά του σημαίνει ισχυρότερη οικονομία».

Παρ’ όλα αυτά, οι ρυθμοί εμβολιασμού στις ΗΠΑ συνεχίζουν να επιβραδύνονται, εν μέσω έξαρσης της πανδημίας, λόγω της παραλλαγής «Δέλτα». Ενώ ο προβληματισμός και οι αντιδράσεις στα νέα μέτρα, περισσεύουν.

Ο ιδιωτικός τομέας στο «κάδρο»

Σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα, που ο Τζο Μπάιντεν υπέγραψε την προηγούμενη εβδομάδα, οι ομοσπονδιακοί εργαζόμενοι και οι υπάλληλοι εταιρειών που εκτελούν δημόσιες συμβάσεις θα έχουν διορία περίπου 75 ημερών για να εμβολιαστούν, χωρίς την εναλλακτική υποβολής σε τακτικά διαγνωστικά τεστ.

Η υποχρεωτικότητα αφορά επίσης στα μέλη προσωπικού σε υγειονομικές δομές και σχολεία, που υπάγονται στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Παρακάμπτοντας, δε, την εξουσία των πολιτειών σε θέματα δημόσιας υγείας, το μέτρο θα εφαρμοστεί με «αστερίσκους» και στον ιδιωτικό τομέα, σε όσες εταιρείες απασχολούν πάνω από 100 εργαζόμενους, οι οποίοι θα υποχρεωθούν σύντομα είτε να εμβολιαστούν, είτε να υποβάλλονται σε τεστ, σε εβδομαδιαία βάση.

Συνολικά, οι νέοι κανόνες αφορούν έως και 100 εκατομμύρια Αμερικανούς, εκ των οποίων τα 80 εκατομμύρια στον ιδιωτικό τομέα. Μέχρι και σήμερα παραμένει ασαφές πόσοι εξ αυτών είναι ήδη εμβολιασμένοι.

Οι ομοσπονδιακοί εργαζόμενοι που θα αρνηθούν να εμβολιαστούν θα βρεθούν αντιμέτωποι ακόμη και με τη λήξη της σύμβασή τους.

Οι ιδιωτικές εταιρείες που δεν θα συμμορφωθούν θα αντιμετωπίσουν πρόστιμα, ύψους έως 14.000 δολαρίων ανά παράβαση.

Για τις τελευταίες, πάντως, ακόμη αναμένεται το ακριβές πλαίσιο κανονισμών, που θα εκδώσει εντός των ημερών το αμερικανικό υπουργείο Εργασίας.

Θα ληφθούν υπόψη «περιορισμένες εξαιρέσεις, βάσει νομικά αναγνωρισμένων λόγων, όπως υγείας ή θρησκείας», υπογράμμισε η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Τζεν Ψάκι.

Προσδοκίες, φόβοι και προκλήσεις

Πολιτικοποιώντας το θέμα, στελέχη των Ρεπουμπλικανών αντίθενται στην εφαρμογή των μέτρων και ετοιμάζουν προσφυγές στη Δικαιοσύνη.

Στο μεσοδιάστημα, οι εταιρείες ακολουθούν διαφορετικές στρατηγικές και προσεγγίσεις.

Οι τεχνολογικοί κολοσσοί, όπως το Facebook και η Google, ήταν από τους πρώτους που κατέστησαν υποχρεωτικό τον εμβολιασμό των εργαζομένων τους, από τα τέλη Ιουλίου.
Η Walmart αντίθετα -ο μεγαλύτερος ιδιώτης εργοδότης στις ΗΠΑ- ακολούθησε δύο κατευθύνσεις.

Κατέστησε μεν υποχρεωτικό, το αργότερο έως τις 4 Οκτωβρίου, τον εμβολιασμό των εργαζομένων στα κεντρικά γραφεία της, στο Αρκάνσας, και όσων υπαλλήλων της πρέπει να ταξιδεύουν.

Εξαίρεσε ωστόσο από το μέτρο εργαζόμενους της πρώτης γραμμής, όπως π.χ. στα ταμεία των καταστημάτων της, οι οποίοι -σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία- έχουν χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού.

Η κίνηση, γράφει το πρακτορείο AP, απηχεί τον φόβο πολλών μεγάλων εταιρειών στις ΗΠΑ ότι, υποχρεώνοντας τους εργαζομένους σε εμβολιασμό, μπορεί να χάσουν πολύτιμους υπαλλήλους ή να δυσκολευτούν ακόμη περισσότερο να κάνουν νέες προσλήψεις, εν μέσω ήδη σημαντικών ελλείψεων σε εργατικό δυναμικό.

«Είναι πολύ δύσκολο να βρούμε υπαλλήλους, πολύ δε περισσότερο να διατηρήσουμε αυτούς που ήδη απασχολούμε», λέει ο Τζόναθαν Τσέφιρ, διευθύνων σύμβουλος της South Motors: ενός ομίλου 12 αντιπροσωπειών αυτοκινήτων στο Μαϊάμι, με πάνω από 1.100 άτομα προσωπικό.

Η εταιρεία του, τονίζει, στηρίζει την απόφαση Μπάιντεν -η South Motors ήδη εξάλλου θρηνεί δύο υπαλλήλους της, που πέθαναν από κοροναϊό.

Όσοι όμως δεν θελήσουν να εμβολιαστούν ή να κάνουν συνέχεια τεστ, επισημαίνει ο Τσέφιρ, «είναι εύκολο να αναζητήσουν και να βρουν αλλού δουλειά».

Άλλοι, ακόμη μικρότεροι εργοδότες, που πιάνουν όμως το όριο των 100 εργαζομένων, μιλούν για διπλή πρόκληση.

Ο Μπομπ Ροθ για παράδειγμα, συνιδιοκτήτης μιας μικρομεσαίας κατασκευάστριας μετασχηματιστών στο Μίσιγκαν -που κανονικά απασχολεί 160 υπαλλήλους και σήμερα πασχίζει να καλύψει 18 κενές θέσεις εργασίας- λέει ότι ανησυχεί για το αυξημένο κόστος που θα συνεπάγονται τα συνεχή διαγνωστικά τεστ σε όσους δεν θέλουν να εμβολιαστούν και η προβλεπόμενη άδεια μετ’ αποδοχών για όσους τελικά το πράξουν.

«Είναι εύκολο για αυτούς στην Ουάσιγκτον να λένε ότι οι εργοδότες θα το χειριστούν όλο αυτό», σχολιάζει στο πρακτορείο Reuters, χαρακτηρίζοντας με την ευκαιρία «καταχρηστικό» το διάταγμα Μπάιντεν.

Αρκετοί συνάδελφοί του εκφράζουν ανησυχίες ακόμη και για μηνύσεις από εργαζόμενους, που δεν θέλουν να εμβολιαστούν -αν και ειδικοί τονίζουν ότι η κυβερνητική εντολή, θεωρητικά, καλύπτει νομικά τον εργοδότη.

Δίκοπο μαχαίρι

Στον αντίποδα, η κατάσταση για τις μικρές επιχειρήσεις, με λίγο προσωπικό, φαντάζει «δίκοπο μαχαίρι».

«Το να μείνεις εκτός της υποχρεωτικότητας εμβολιασμού είναι χρήσιμο για τις προσλήψεις», λέει ο Άλαν Ντίτρικ, διευθύνων σύμβουλος της Crater Lake Spirits στο Όρεγκον, που έχει 36 εργαζόμενους και είναι τώρα σε άμεση ανάγκη για 2-3 ακόμη.

Από την άλλη ωστόσο, παραδέχεται, η επιχείρηση παραμένει εκτεθειμένη στον κίνδυνο επιβράδυνσης της παραγωγής ή ακόμη και διακοπής της λειτουργίας, σε περίπτωση κρουσμάτων της Covid-19.

Τουλάχιστον η επαναφορά της υποχρεωτικότητα στη χρήση μάσκας στο Όρεγκον «σίγουρα βοηθά να διατηρήσουμε το προσωπικό μας ασφαλέστερο», αναφέρει ο Ντίτρικ.

Όμως, ούτε καν αυτό δεν είναι σε όλες τις αμερικανικές πολιτείες δεδομένο.

Σε ορισμένες, που είναι υπό ρεπουμπλικανικό έλεγχο, μέχρι και η χρήση μάσκας παραμένει -με εντολή του εκάστοτε κυβερνήτη- προαιρετική. Ακόμη και τώρα που η παραλλαγή «Δέλτα» σαρώνει.

Στο μεσοδιάστημα, με μόλις το 54,7% των Αμερικανών πλήρως ανοσοποιημένο και το 64% να έχει λάβει την πρώτη δόση, οι ρυθμοί εμβολιασμού στην αμερικανική επικράτεια σημείωσαν 4% πτώση σε εβδομαδιαία βάση και 22% σε βάθος μήνα.

Μέσα στην τελευταία εβδομάδα, ο μέσος ημερήσιος αριθμούς κρουσμάτων κοροναϊού έφτασε τις 152.300: 13 φορές πολλαπλάσια συγκριτικά με τις 22 Ιουνίου.

Ο ημερήσιος μέσος όρος θανάτων από Covid-19 είναι, αντίστοιχα, στους 1.805 (από 208 που ήταν στις 5 Ιουλίου).

Συνολικά, δε, όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία, 1 στους 500 Αμερικανούς έχει πεθάνει από κοροναϊό, από την αρχή της πανδημίας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr