Μάχη με τις φλόγες εξακολουθούν να δίνουν οι πυροσβέστες για να διασώσουν τον αρχαιολογικό χώρο, το μουσείο και τις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας στην Αρχαία Ολυμπία, ενώ δυο εθελοντές έχουν μεταφερθεί στο νοσοκομείο με εγκαύματα και αναπνευστικά προβλήματα, μετά από την προσπάθειά τους να βοηθήσουν στην κατάσβεση.

Η πυρκαγιά που έχει ζώσει την Ηλεία εξακολουθεί να μαίνεται, ενώ στην περιοχή έχουν φτάσει ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.

Το βλέμμα της ανθρωπότητας είναι στραμμένο στην προσπάθεια διάσωσης ενός από τους λαμπρότερους αρχαιολογικούς χώρους του πλανήτη. Όμως αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η Αρχαία Ολυμπία φτάνει κοντά στην καταστροφή – ή και ισοπεδώνεται πλήρως.

Σεισμοί, πλημμύρες και τσουνάμι (;) κατά την αρχαιότητα

Ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ. μαρτυρούνται εργασίες επισκευής των ζημιών που είχαν επιφέρει σεισμοί στην περιοχή της Ολυμπίας. Όμως η πραγματική καταστροφή θα ερχόταν αργότερα – και δεν είναι απολύτως βέβαιο ποιο φυσικό φαινόμενο ήταν εκείνο που την επέφερε.

Αρχικά, οι θεωρίες των επιστημόνων για τις δυνάμεις της φύσης που έθαψαν τον αρχαίο λατρευτικό χώρο κάτω από το έδαφος, αναφέρονταν σε σεισμό, που συνέβη το 551 μ.Χ. και ο οποίος ακολουθήθηκε από τρεις μεγάλες πλημμυρικές περιόδους, η τελευταία εκ των οποίων διήρκεσε από τον 7ο έως τον 14ο αιώνα μ.Χ., προκαλώντας εκτεταμένα γεγονότα απόθεσης. Στην περιοχή, εξάλλου, κυλούσε ο ορμητικός ποταμός Κλάδεος, με τη ροή του να προκαλεί απόπλυση του εδάφους από τις πλαγιές του Κρονίου λόφου.

Όμως το 2011, μια νέα θεωρία ήρθε να αμφισβητήσει αυτό το «επίσημο» σενάριο. Ο Δρ. Αντρέας Βετ, του Γεωγραφικού Ινσιτούτου του Πανεπιστημίου Γιοχάνες Γκούτενμπεργκ του Μάιντς, υποστήριξε ότι η Αρχαία Ολυμπία θάφτηκε κάτω από το έδαφος εξαιτίας ενός (ή και περισσότερων)… τσουνάμι.

Ο ερευνητής μελετούσε τα παλαιοτσουνάμι των τελευταίων 11.000 ετών στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου και στο πλαίσιο της έρευνάς του συμπεριέλαβε τη μελέτη του υπεδάφους της Αρχαίας Ολυμπίας. Σύμφωνα με αυτή, η σύνθεση των ιζημάτων στην περιοχή δεν αντιστοιχεί γεωμορφολογικά στον ποταμό Κλαδέο. Αντιθέτως, τμήματα κοχυλιών και κελύφη μικροοργανισμών που εντοπίστηκαν, αλλά και ίχνη πρωτόζωων στα ιζήματα, επιτρέπουν την ανασύσταση των αρχαίων θαλασσών και παλαιοπεριβαλλόντων. Έτσι, διατύπωσε τη θεωρία ότι ο αρχαίος λατρευτικός χώρος στην πραγματικότητα ισοπεδώθηκε από τσουνάμι.

Συγκεκριμένα, ο Βετ πιστεύει ότι το τσουνάμι σημειώθηκε στη διάρκεια του 6ου αιώνα μ.Χ. που έφτασε μέχρι και την Ολυμπία, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται 33 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, πλημμυρίζοντας τη στενή κοιλάδα του Αλφειού, όπου βρίσκονται οι εκβολές του ποταμού Κλαδέου και το ιερό της Ολυμπίας. Εξάλλου, όπως σημείωσε τότε ο ερευνητής, η Ολυμπία την εποχή εκείνη βρισκόταν περίπου 8 αν όχι περισσότερα χιλιόμετρα πιο κοντά στις ακτές, σε σύγκριση με τα 22 χλμ. που απέχει σήμερα.

Ως απόδειξη για τον ισχυρισμό του, εκτός των αποθέσεων, ο Βετ ανέφερε και τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι σπόνδυλοι των κιόνων του Ναού του Διός, που είναι σωριασμένοι στο έδαφος, ενώ αν είχαν ισοπεδωθεί από σεισμό θα έπρεπε να πέσουν ο ένας επάνω στον άλλο.

Ωστόσο, υπάρχουν επιστήμονες που αμφισβητούν αυτή την άποψη, θεωρώντας ότι ακόμη και κατά την αρχαιότητα, η απόσταση της περιοχής από τη θάλασσα παρέμενε πολύ μεγάλη ώστε να επιτρέψει την καταστροφή της από τσουνάμι.

Η «εξαφάνιση» που «έσωσε» την Αρχαία Ολυμπία

Όποια και αν ήταν η αιτία της ταφής της, γεγονός παραμένει ότι από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και έπειτα η Ολυμπία παρέμεινε εξαφανισμένη από προσώπου γης μέχρι και το 1875.

Και κατά πάσα πιθανότητα, αυτό λειτούργησε «υπέρ» του αρχαιολογικού χώρου, διασώζοντάς το από τους αρχαιοκάπηλους που αναζητούσαν τους χαμένους θησαυρούς της.

Για παράδειγμα, τον Απρίλιο του 1811 έφτασε στην Ελλάδα ομάδα «αρχαιολατρών» με επικεφαλής τον 23χρονο Βρετανό αριστοκράτη, Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκερελ. Ο Κόκερελ και οι συνεργάτες του μετέβησαν αρχικά στο Ναό της Αφαίας στην Αίγινα, τον οποίο λεηλάτησαν αποσπώντας τα γλυπτά των αετωμάτων, ενώ στη συνέχεια έστησαν εργοτάξιο στο Ναό του Επικούριου Απόλλωνα στην Ηλεία, από όπου και άρπαξαν γλυπτά τμήματα της ζωφόρου.

Ο ναός αυτός, όμως, δεν ήταν ο στόχος τους: Η ομάδα είχε φτάσει στην περιοχή αναζητώντας τους αμύθητους θησαυρούς της Ολυμπίας, που όμως παρέμεναν «ασφαλείς», θαμμένοι ολόκληρα μέτρα κάτω από την αχανή, ερημωμένη έκταση που αντίκρισαν φτάνοντας στην περιοχή.

Οι πρώτες ανασκαφές στο σημείο, καθοδηγημένες από διάσπαρτα ευρήματα στην επιφάνεια του εδάφους, διεξήχθησαν το 1829 από τη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στην Πελοπόννησο, με επικεφαλής τον στρατηγό Μεζόν. Τότε αποκαλύφθηκε μέρος του ναού του Δία και τμήματα των μετοπών που τον κοσμούσαν, πολλά εκ των οποίων μέχρι και σήμερα βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου.

Όμως ο αρχαιολογικός χώρος δεν θα ξαναρχόταν πλήρως στο φως πριν το 1875.

Τότε ήταν που το γερμανικό κράτος χρηματοδότησε μεγάλη ανασκαφή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, η σημασία της οποία μάλιστα ήταν διπλή: Το κυριότερο, φυσικά, ήταν ότι αποκάλυψε έναν απίστευτο αρχαιολογικό πλούτο. Όμως ταυτόχρονα, οι ανασκαφές αυτές δημιούργησαν ένα νέο πρότυπο αρχαιολογικής εργασίας, καθώς ήταν οι πρώτες που στηρίχτηκαν σε σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους και ήταν πλήρως στοχευμένες. Μέχρι τότε, η αρχαιολογία έμοιαζε με κυνήγι θησαυρού, πλούσιων ευγενών που είχαν τη δυνατότητα να δαπανήσουν τεράστια ποσά για αυτό το σκοπό.

Η ανασκαφή έφερε στο φως πάνω από 14.000 αντικείμενα τεράστιας αρχαιολογικής σημασία, μεταξύ των οποίων και η Νίκη του Παιωνίου και ο Ερμής του Πραξιτέλους, αλλά και το κεντρικό μέρος του ιερού της Άλτεως. Στο τελευταίο συμπεριλαμβάνεται ο Ναός του Δία, της Ήρας, το Μητρώο, το Βουλευτήριο, η Στοά της Ηχούς, οι Θησαυροί, το Πρυτανείο και η Παλαίστρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι βάσει της συμφωνίας των Γερμανών με το ελληνικό κράτος, οι πρώτοι είχαν δικαίωμα να πάρουν κάθε αν ανασκαφικό εύρημα που ήταν διπλό, τριπλό ή όμοιο με άλλα.

Η φονική πυρκαγιά του 2007

Εκατόν τριάντα χρόνια μετά την αποκάλυψή του, ο αρχαιολογικός χώρος της Ολυμπίας έφτασε πιο κοντά στην καταστροφή από ποτέ, με εξαίρεση ίσως την φετινή χρονιά: Η φονική πυρκαγιά του 2007, που κατέστρεψε ολοσχερώς περισσότερα από 268.834 εκτάρια γης και στοίχισε τις ζωές 84 ανθρώπων, έφτασε τόσο κοντά στην Αρχαία Ολυμπία, ώστε να προκαλέσει καταστροφές στον Κρόνιο Λόφο, παρά το γεγονός ότι επιχειρούσαν έξι πυροσβεστικά αεροσκάφη, τέσσερα ελικόπτερα και ειδικό ερπυστριοφόρο όχημα.

Απελπισμένοι εποχιακοί πυροσβέστες επιχειρούσαν να ανοίξουν τους κρουνούς μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, οι οποίοι όμως δεν λειτουργούσαν.

Συγκεκριμένα, το βράδυ του Σαββάτου 25 Αυγούστου 2007, ξεσπά νέα πυρκαγιά στο Κλινδιά, αλλά οι συνθήκες, το σκοτάδι και οι ισχυροί άνεμοι, δεν επιτρέπουν στους πυροσβέστες να τη θέσουν υπό έλεγχο.

Η αλλαγή κατεύθυνσης του αέρα «γυρίζει» προς την Ολυμπία και, το μεσημέρι της Κυριακής  26ης Αυγούστου, ενώ η φωτιά περνά από Καυκανιά, Πελόπιο και Πλάτανο, φτάνει στην Αρχαία Ολυμπία.

Τα συστήματα πυρόσβεσης στον Κρόνιο Λόφο, γύρω από την Ολυμπιακή Ακαδημία, και το Μουσείο, σταματούν να λειτουργούν λόγω της διακοπής της ηλεκτροδότησης και ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός παραδίδεται στις φλόγες.

Όταν η καταστροφική πυρκαγιά ολοκλήρωσε το έργο της, καίγοντας τον Κρόνιο Λόφο και περνώντας μέσα από το Αρχαίο Στάδιο, απειλώντας και το Αρχαιολογικό Μουσείο, εμφανίστηκαν στον ουρανό αεροσκάφη και ελικόπτερα, όμως, ήταν ήδη αργά.

Οι στιγμές που έζησαν οι κάτοικοι της Αρχαίας Ολυμπίας εκείνο το μεσημέρι δύσκολα ξεχνιούνται.

Ο Κρόνιος Λόφος, παραδομένος στις φλόγες. Οι αρχαιολόγοι, οι φύλακες και οι άλλοι υπάλληλοι παρέμειναν με αυτοθυσία στις θέσεις τους.

Τα επίγεια και εναέρια μέσα έπραξαν το καθήκον τους, αν και με καθυστέρηση.

Αν όμως ο αρχαιολογικός χώρος και τα μουσεία της Ολυμπίας απέφυγαν τη μεγάλη καταστροφή, αυτό οφείλεται κυρίως στην τύχη.

Η Ηλεία καιγόταν ήδη επί δύο ημέρες. Η φωτιά πλησίαζε, αλλά ο αρχαιολογικός χώρος και το μουσείο βασίζονταν για την υπεράσπισή τους μόνο στις δικές τους δυνάμεις.

Το ισχυρότατο σύστημα αυτόματης πυρόσβεσης, το οποίο ενεργοποιείται από καπνό και υψηλή θερμοκρασία και καλύπτει όλο τον χώρο (με δύο δεξαμενές νερού χωρητικότητας 1.500 κ.μ.), έχει σχεδιαστεί – όπως όλα τα ανάλογα – για να σβήνει πυρκαγιές που άναψαν επειδή κάποιος αγρότης της περιοχής έβαλε φωτιά στα ξερά χόρτα, επειδή ένας επισκέπτης μπορεί να πέταξε ένα τσιγάρο, επειδή ένας εμπρηστής έριξε μέσα στην περίφραξη ένα αναμμένο στουπί.

Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια πύρινη λαίλαπα, κατά την οποία αναπτύσσονται πολύ υψηλά θερμικά φορτία.

Δεκατέσσερα  χρόνια μετά, η περιοχή  της Αρχαίας Ολυμπίας, ο Κρόνιος Λόφος είχε και πάλι πρασινίσει.

Τώρα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ελπίσουμε ότι δεν θα παραδοθεί για άλλη μια φορά στις φλόγες, πιθανώς με ακόμη πιο καταστροφικά αποτελέσματα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο