Ομολογία αποτυχίας βλέπουν νοσοκομειακοί γιατροί και Αντιπολίτευση στους τρόπους και τις επιλογές της κυβέρνησης μέσω των οποίων προσπαθεί να θωρακίσει και να ενισχύσει -τώρα «στο και πέντε»- το ΕΣΥ, με υψηλό κόστος, όπως φαίνεται, για τα δημόσια και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Αγνοώντας τις επανειλλημένες εκκλήσεις των γιατρών για προσλήψεις, ήδη από τον Μάρτιο, φθάνει τώρα να εκπλιπαρεί ιδιώτες γιατρούς να βοηθήσουν δίνοντας τους πλουσιοπάροχα κίνητρα, κάτι που -αν μη τι άλλο- αποτελεί ακραία πρόκληση για τους γιατρούς του ΕΣΥ που δίνουν τόσο καιρό αγώνα υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Δικαίως οι ήδη καταπονημένοι γιατροί του ΕΣΥ μιλούν για απαξίωση, την ώρα που το ΕΣΥ καλείται να περάσει τον «Γολγοθά» του δεύτερου και ισχυρότερου κύματος της πανδημίας με τις δυνατότητές του να είναι πεπερασμένες.

Με τα νοσοκομεία να «αναστενάζουν» από τον όγκο των ασθενών με κοροναϊό, ήδη έχουν ληφθεί δραστικά μέτρα, όπως η αναστολή του 80% των τακτικών χειρουργείων και η μετατροπή ολόκληρων νοσοκομείων (όπως ο «Άγιος Παύλος») και γενικών κλινικών έτσι ώστε να εξυπηρετούν αποκλειστικά περιστατικά Covid-19.

Η τεράστια πίεση που δέχεται το δημόσιο σύστημα υγείας και η καθυστέρηση των απαιτούμενων προσλήψεων γιατρών έστρεψε την κυβέρνηση προς τον ιδιωτικό τομέα – όχι όμως με τον τρόπο που θα περίμενε κάποιος, δηλαδή με την επίταξη κλινών από ιδιωτικά νοσοκομεία.

Αντίθετα, το υπουργείο Υγείας απεύθυνε πρόσκληση στους ιδιώτες γιατρούς να εργαστούν με συμβάσεις  για 6 μήνες με δυνατότητα επέκτασης για άλλους 6 μήνες, μισθό 2.000 ευρώ αφορολόγητα και δυνατότητα διατήρησης παράλληλα του ιατρείου τους.

Όπως ήταν φυσικό, η κίνηση αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από τους νοσοκομειακούς γιατρούς, οι οποίοι -όπως λένε- αφού έφαγαν ξύλο από τα ΜΑΤ γιατί ζητούσαν τα αυτονόητα και ενώ ήδη βρίσκονται στα όριά τους υπό το βάρος του δεύτερου κύματος της πανδημίας, βιώνουν «για άλλη μια φορά την απαξίωση στον βωμό της ιδιωτικοποίησης και της εμπορευματοποίησης του ΕΣΥ», την ώρα μάλιστα που παραμένουν απλήρωτοι για εφημερίες και υπερωρίες.

«Η κυβέρνηση αντί να υλοποιήσει την πρόταση της ΟΕΝΓΕ για μαζικές μόνιμες προσλήψεις γιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και για μονιμοποίηση των επικουρικών γιατρών σε μόνιμες θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, χτυπάει περαιτέρω τη μόνιμη, πλήρη και αποκλειστική απασχόληση» αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Ομοσπονδία και προσθέτει:

«Παραπέμπει στις καλένδες τόσο τις μόνιμες προσλήψεις όσο και την μονιμοποίηση των επικουρικών γιατρών. Ταυτόχρονα ανοίγει και με αυτή την ρύθμιση, διάπλατα τον δρόμο των «Συμπράξεων» μεταξύ δημόσιων νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών πάντα φυσικά σε βάρος του δημοσίου συστήματος υγείας.»

» Αντί για μπλοκάκια στα νοσοκομεία η κυβέρνηση όφειλε (όπως ζητούσαμε από την Άνοιξη) να εντάξει υποχρεωτικά και όχι προαιρετικά τους ιδιώτες γιατρούς σε ένα ενιαίο κρατικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας.»

Η ΟΕΝΓΕ ξεκαθαρίζει ότι «θα εξαντλήσουμε κάθε συνδικαλιστικό και νομικό μέσο για να το αποτρέψουμε» καλώντας την κυβέρνηση «να σταματήσει να αγνοεί επιδεικτικά τους γιατρούς του δημόσιου συστήματος υγείας και να υλοποιήσει άμεσα τις προτάσεις της ΟΕΝΓΕ και των Ενώσεων νοσοκομειακών γιατρών».

Οι νοσοκομειακοί γιατροί τονίζουν ότι από τον Μάρτιο ζητούσαν να γίνουν προσλήψεις μόνιμων επιμελητών, των οποίων ο μισθός ανέρχεται στα 1.250 ευρώ.

Αντίθετα, από τις μόνιμες προσλήψεις η κυβέρνηση προτίμησε να δώσει 2.000 ευρώ σε ιδιώτες και μάλιστα με πιο ευνοϊκή σύμβαση σε σχέση με την άνοιξη, όταν η σχετική πρόσκληση προς τους ιδιώτες γιατρούς είχε σαφώς μικρότερη χρονική διάρκεια (2 + 2 μήνες).

Την ίδια ώρα, όπως καταγγέλλει η ΟΕΝΓΕ, από τις προσλήψεις 300 μόνιμων γιατρών για τις ΜΕΘ, οι 100 αφορούν σε τρίμηνες συμβάσεις, μέχρι την ολοκλήρωση της κρίσης τους για μόνιμη θέση στο ΕΣΥ και χωρίς να διοριστεί το σύνολο των υποψηφίων για τις θέσεις που έχουν προκηρυχθεί ως τώρα.

H ενημέρωση Κικίλια – Κοτανίδου

Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, το κυβερνητικό επιτελείο προσπαθεί να κλείσει κακήν κακώς την όλο και διογκούμενη «τρύπα» στο ΕΣΥ, το οποίο «λυγίζει» υπό το βάρος των περιστατικών κοροναϊού.

Ο Βασίλης Κικίλιας και η Αναστασία Κοτανίδου ενημέρωσαν εκτάκτως σήμερα για την κατάσταση στα νοσοκομεία και τις ΜΕΘ για Covid-19, προσπαθώντας να καθησυχάσουν τον τρόμο των πολιτών για μια πιθανή κατάρρευση του ΕΣΥ.

Ο υπουργός Υγείας παρουσίασε στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αύξησε τον αριθμό των κλινών ΜΕΘ και τις προσλήψεις επαγγελματιών υγείας σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Κικίλιας διέψευσε ως fake news επίσης τις καταγγελίες περί επιλογής ασθενών.

Τα στοιχεία αυτά σαφώς δεν είναι αμφισβητήσιμα, ωστόσο εύλογα δημιουργείται το ερώτημα αν οι συνολικά 100.984 επαγγελματίες υγείας που εργάζονται αυτήν τη στιγμή στα νοσοκομεία της χώρας αρκούν για την αντιμετώπιση του δεύτερου κύματος της πανδημίας. Επίσης, δεν διευκρινίστηκε πόσοι από αυτούς τους επαγγελματίες υγείας είναι γιατροί και πόσοι νοσηλευτές, τι είδους συμβάσεις έχουν και πόσοι από αυτούς διαθέτουν εκπαίδευση για την αντιμετώπιση περιστατικών Covid-19.

Πολλοί υγειονομικοί σχολιάζουν ότι δεν αρκεί μόνο ο εξοπλισμός, αλλά χρειάζονται και άτομα να τον λειτουργήσουν, ενώ αρκετές είναι οι καταγγελίες για μεταφορές υγειονομικών από μια περιοχή στην άλλη.

Οριακή η κατάσταση στις ΜΕΘ, λένε οι γιατροί

Είναι ενδεικτικό πως μόνο κατά το Σαββατοκύριακο οι εισαγωγές προσέγγισαν τις 700 και περισσότεροι από 2.500 άνθρωποι νοσηλεύονται πλέον με κοροναϊό. Σύμφωνα με νοσοκομειακές πηγές, τουλάχιστον 10 ασθενείς διασωληνώνονται την ημέρα, ενώ από την περασμένη Πέμπτη μέχρι σήμερα αυξήθηκαν κατά 30% οι κατειλημμένες κλίνες λόγω κοροναϊού.

Όπως επεσήμανε ο Θανάσης Τσιούλης η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα άλλα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης αφού το σύστημα έχει «κρασάρει». Κατά τη συνέντευξή του στο OPEN, ρωτήθηκε για το εάν η κατάσταση έχει φτάσει σε τέτοιο οριακό σημείο ώστε να πρέπει να γίνεται επιλογή  ποιοι ασθενείς θα διασωληνωθούν.

Η απάντησή του αποτυπώνει την τραγική κατάσταση: «Είμαστε πραγματικά σε αυτή την κρίσιμη κατάσταση. Δεν υπάρχουν περιθώρια.. Αναγκαστικά, πλέον, θα πρέπει γίνει με πολύ αυστηρότερα κριτήρια η επιλογή. Ηλικιακά, βαρύτητα νοσημάτων και άλλα κριτήρια. Δεν υπάρχει χώρος. Υπάρχει κορεσμός». Οι δηλώσεις του πάντως διαψεύστηκαν από τη διοίκηση του ΑΧΕΠΑ.

Με τα πλέον μελανά χρώματα περιέγραψαν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας τα μέλη διοίκησης της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Κέντρων Υγείας Λάρισας, στο πλαίσιο συνέντευξης τύπου που παραχώρησαν την Τρίτη.

Μεταξύ άλλων στη δήλωσή του ο πρόεδρος της ΕΙΝΚΥΛ Νίκος Νταφούλης υπογράμμισε ότι το Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας «γονάτισε» το προηγούμενο διάστημα, ενώ πρόσθεσε χαρακτηριστικά ότι «αυτήν την στιγμή τέσσερις παθολόγοι αντιμετωπίζουν περισσότερα από 40 περιστατικά και μία γεμάτη Παθολογική Κλινική».

Από την πλευρά του ο Δημήτρης Μπαμπαλής, μέλος Δ.Σ. της ΕΙΚΝΥΛ και διευθυντής του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του ΓΝΛ, τόνισε ότι «πριν από λίγες ημέρες δημιούργησαν νέες κλίνες Covid που φάνταζαν πολλές, αλλά από χθες είναι πλέον γεμάτες», ενώ χαρακτήρισε «δραματική» την κατάσταση.

Σε άλλο σημείο των δηλώσεών του ανέφερε ότι «το 25% είναι πλέον κλίνες Covid (ΜΕΘ ή απλής νοσηλείας)» και επισήμανε ότι «αύριο θα ξεκινήσουμε εφημερία και δεν ξέρουμε που θα νοσηλεύσουμε τους ασθενείς που θα προσέλθουν».

Ανάλογη είναι η εικόνα που μετέφερε ο καθηγητής και μέλος της επιτροπής του υπουργείου Υγείας Χαράλαμπος Γώγος.

«Υπάρχει τεράστιο πρόβλημα, μεγάλο θέμα διασποράς. Υπάρχει μεγάλη πίεση στο σύστημα υγείας. Είναι ακριβώς όπως τα λέμε και ίσως και χειρότερα. Κάθε μέρα το σύστημα επιβαρύνεται. Οι ασθενείς συσσωρεύονται στις μονάδες Covid και σε λίγο καιρό δεν θα έχουμε πού να τους νοσηλεύσουμε» τόνισε μιλώντας στον ΣΚΑΪ. Όπως είπε, ακόμη δεν φαίνονται τα αποτελέσματα του lockdown, αλλά η εικόνα είναι αυτή των προηγούμενων δέκα ημερών.

Ο Χ. Γώγος έκανε λόγο για ανησυχητική πίεση στο σύστημα υγείας σε όλες τις μεγάλες πόλεις πια, όχι μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. «Ακόμη και στην Πάτρα έχουμε πίεση, στα Γιάννενα, στη Λάρισα ίσως και μεγαλύτερη» ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι θα πρέπει να προσέξουμε όλοι το επόμενο διάστημα.

«Προσπαθούμε να αυξήσουμε τις διαθέσιμες κλίνες, αλλά η ταχύτητα κατάληψής τους είναι μεγάλη. Θέλουμε μια κάλυψη που να μην υπερβαίνει το 70% για να έχουμε ένα καλό ‘μαξιλάρι’ για τον επόμενο χρόνο. Τώρα εκεί είμαστε, γύρω στο 60-70%. Είμαστε στο όριό μας» είπε, ενώ εκτίμησε ότι τις προσεχείς ημέρες θα έχουμε περαιτέρω επιβάρυνση, περισσότερες διασωληνώσεις και περισσότερους θανάτους.

Γέμισε ο Ευαγγελισμός

Το πλήρες αδιέξοδο που αντιμετωπίζει το Εθνικό Σύστημα Υγείας ενώπιον της έξαρσης της πανδημίας του κοροναϊού στη χώρα μας, αποτυπώνεται ανάγλυφα σε ένα από το μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας, τον «Ευαγγελισμό».

Την κατάσταση περιγράφει μιλώντας στο tvxs ο διευθυντής της Πνευμονολογικής κλινικής του νοσοκομείου, Γιώργος Μπουλμπασάκος, σημειώνοντας πως μετά τη χθεσινή εφημερία, κατά την οποία υπήρξαν 40 εισαγωγές περιστατικών Covid, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο να νοσηλευτεί ούτε ένας παραπάνω ασθενής του φονικού ιού στη ΜΕΘ.

«Γίνεται μια προσπάθεια να γίνουνε κάποια εξιτήρια ή να πάνε άρρωστοι σε άλλα νοσοκομεία Covid, όπως πχ στον Παμμακάριστο, προκειμένου να δούμε τι μπορεί να γίνει στην επόμενη εφημερία» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Συνεχίζοντας διευκρινίζει πως «η δυσκολία έχει να κάνει με το γεγονός ότι από τα κρεβάτια που μπορούμε να διαθέσουμε συνολικά, ένα μικρό κομμάτι τους αφορά τη διαχείριση των ύποπτων περιστατικών. Δεν μπορείς όμως να βάλεις τα ύποπτα μαζί με τα επιβεβαιωμένα περιστατικά στον θάλαμο. Όπως καταλαβαίνετε εκεί δεν μπορείς να έχεις 100% πληρότητα, καθώς πρέπει να υπάρχει ένα περιθώριο για να διευθετείς τα ύποπτα περιστατικά. Άρα αυτή τη στιγμή δεν έχουμε καμιά δυνατότητα».

Σε ό,τι έχει να κάνει με το ενδεχόμενο να χρειαστεί να «επιλέξει» ασθενείς για νοσηλεία είναι σαφής. «Δεν θα ήθελα να βρεθώ σε τέτοια θέση, είναι κάτι όμως που φοβάμαι ότι μπορεί να συμβεί», απαντάει.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι «το προσωπικό που έχουμε δυστυχώς δεν επαρκεί, καθώς η πίεση που δεχόμαστε πλέον είναι πολύ μεγάλη. Το βασικό πρόβλημα έχει να κάνει με το γεγονός ότι εμείς αυτή τη στιγμή με την ίδια σύνθεση που είχαμε και πριν την εποχή Covid, δουλεύουμε και βγάζουμε δυο ομάδες στη γενική εφημερία: η μια που ασχολείται με τον Covid και η άλλη με τα υπόλοιπα περιστατικά. Πλέον έχουμε δηλαδή τους ίδιους ανθρώπους με πολύ περισσότερη δουλειά. Μέχρι που μπορεί να φτάσει αυτή η κατάσταση;» διερωτάται ο κ. Μπουλμπασάκος.

«Στην πρώτη φάση, είχαμε καταφέρει να αναπτύξουμε έως και 70 κλίνες ΜΕΘ για Covid. Αλλά αυτές αφορούσαν και κλίνες που είχαμε πάρει από τους καρδιοχειρουργημένους, είχαμε πάρει τις μισές από τη μονάδα εμφραγμάτων κλπ. Τώρα, ακόμη κι εκεί δε νομίζω να υπάρχει κρεβάτι. Ακόμη κι αυτές οι μονάδες δηλαδή πρέπει να βρίσκονται στα όριά τους» υπογραμμίζει στη συνέχεια ο διευθυντής της Πνευμονολογικής κλινικής του «Ευαγγελισμού».

Ο κ. Μπουλπασάκος υπενθυμίζει ότι οι διευθυντές κλινικών του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» είχαν εδώ και μήνες προειδοποιήσει με επιστολή τους πως τα πράγματα θα ήταν χειρότερα από την πρώτη φορά, ενώ είχαν ζητήσει αναλυτική ενημέρωση αναφορικά με τις κλίνες ΜΕΘ που θα έπρεπε να διατεθούν στη δεύτερη φάση.

Τέλος, αναφέρεται με ιδιαίτερη έμφαση στην άμεση ανάγκη να εμπλακεί αυτόνομα πλέον και ο ιδιωτικός τομέας. «Δεν μπορεί να σφυρίζει αδιάφορα. Δεν μπορεί να γίνεται αυτός ο χαμός και ο ιδιωτικός τομέας να μη νοσηλεύει Covid. To 35% των κρεβατιών στην Ελλάδα έχει να κάνει με τον ιδιωτικό τομέα και αυτός δε νοσηλεύει καθόλου περιστατικά Covid» σημειώνει χαρακτηριστικά καταλήγοντας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο