Νέα έκθεση της Unicef αποκαλύπτει ότι η Νέα Ζηλανδία αποτυγχάνει να προστατεύσει τα παιδιά της. Συγκεκριμένα, κάνει λόγο για υψηλά επίπεδα παχυσαρκίας μεταξύ των φτωχών παιδιών, αλλά και για στατιστικές αυτοκτονίας που οδηγούν τη χώρα σχεδόν στην τελευταία θέση της παιδικής ευημερίας.

Η τελευταία έκθεση Unicef Innocenti δείχνει ότι από τις 41 ανεπτυγμένες χώρες που συμμετέχουν στον ΟΟΣΑ και την ΕΕ, η Νέα Ζηλανδία βρίσκεται στην 35η θέση.

Οι δείκτες νεανικής αυτοκτονίας είναι οι δεύτεροι υψηλότεροι στον ανεπτυγμένο κόσμο, με 14,9 θανάτους ανά 100.000 ανηλίκους, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ. Μόνο το 64% των 15χρονων κατέχουν βασικές δεξιότητες ανάγνωσης και μαθηματικών.

Η Νέα Ζηλανδία κατέχει τη δεύτερη χειρότερη θέση και στους δείκτες παιδικής παχυσαρκίας του ΟΟΣΑ, με ένα στα τρία παιδιά να χαρακτηρίζονται ως παχύσαρκα ή υπέρβαρα.

Η γενική διευθύντρια της Unicef για τη Νέα Ζηλανδία, Βίβιεν Μέινταμπορν, αναφέρει ότι τα στοιχεία είναι «θλιβερά».

«Η έκθεση δείχνει την αποτυχία της Νέας Ζηλανδίας σε ό,τι αφορά την ευημερία των παιδιών», σημειώνει μιλώντας στον Guardian. «Πρόκειται για ένα θλιβερό αποτέλεσμα για μια χώρα που είναι υπερήφανη για τη φύση της, τα ακαδημαϊκά της επιτεύγματα και τη διεθνή επιτυχία των αθλητικών της ομάδων. Είναι καιρός να ανησυχήσουμε και να δράσουμε για την ανισότητα των ευκαιριών, της υγείας και της ευημερίας στη χώρα».

Αναφέρει ότι η Unicef παρότρυνε την κυβέρνηση να ακούσει προσεκτικά τις εμπειρίες των παιδιών και των νέων.

«Πρέπει να αναπλάσουμε τη χώρα, ακολουθώντας τις συμβουλές των ειδικών σε ζητήματα δικαιωμάτων των παιδιών – ειδικά τους ηγέτες και τους ακαδημαϊκούς της κοινότητας Μαορί – προκειμένου να καταστήσουμε τη Νέα Ζηλανδία την καλύτερη χώρα στον κόσμο για τα παιδιά».

Τι απαντά η πρωθυπουργός

Η πρωθυπουργός, Τζασίντα Άρντερν, τόνισε ότι η έκθεση αντανακλά κυρίως την υποχρηματοδότηση της προηγούμενης κυβέρνησης σε τομείς που αφορούν τις οικογένειες, και δεν λαμβάνει υπόψη την πρόσφατη πρόοδο και τα κονδύλια που διατέθηκαν για τέτοιους σκοπούς.

Όπως σημειώνει, η έκθεση αφορά το διάστημα πριν τα πακέτα στήριξης της κυβέρνησης προς τις οικογένειες, ύψους 5,5 δισ. δολαρίων και την πρόοδο που έβγαλε περισσότερα από 18.000 παιδιά από την ανέχεια.

Τον Δεκέμβριο της περσινής χρονιάς, ο επίτροπος της Νέας Ζηλανδίας για τα παιδιά είχε αναφέρει ότι και η κυβέρνηση Άρντερν είχε αποτύχει να μειώσει την παιδική φτώχεια. Η έκθεση του Άντριου Μπέκροφτ είχε ανακαλύψει ότι 148.000 παιδιά ζούσαν σε σπίτια που αντιμετώπιζαν έλλειψη απαραίτητων πόρων σε έξι ή περισσότερους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ζεστά ρούχα, ιατρική περίθαλψη και τρόφιμα. Τα στοιχεία δεν έχουν αλλάξει από την πρώτη έκθεση για την παιδική φτώχεια που υλοποιήθηκε το 2012.

Η κυβέρνηση Άρντερν δέχθηκε τις προτάσεις της έκθεσης της Unicef να συνομιλήσει με παιδιά, να διασφαλίσει μια συνεκτική προσέγγιση στην παιδική ευημερία και να σχεδιάσει το μέλλον, σύμφωνα με δηλώσεις της ίδιας.

«Αυτό που έχει σημασία είναι ως κυβέρνηση να συνεχίσουμε να σημειώνουμε πρόοδο για να εξασφαλίσουμε ότι τα παιδιά μας θα έχουν ζεστά σπίτια χωρίς υγρασία, πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη, ασφαλή και υγιεινά γεύματα, και την ευκαιρία να απολαύσουν μια παιδική ηλικία στην οποία είναι ελεύθερα να μάθουν και να παίξουν», δήλωσε η πρωθυπουργός.

Οι ευρωπαϊκές χώρες βρέθηκαν στην κορυφαίες θέσεις της παιδικής ευημερίας, με την Ολλανδία, τη Δανία, τη Νορβηγία, την Ελβετία, τη Φιλανδία, την Ισπανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Σλοβενία και τη Σουηδία να καταλαμβάνουν τις πρώτες δέκα εξ αυτών.

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας