Η Τουρκία ενδιαφέρεται σφόδρα για τους υδρογονάνθρακες της Ανατολικής Μεσογείου. Η οικονομία της είναι ιδιαίτερα ευάλωτη λόγω της εξάρτησής της από τις εισαγωγές, ενώ οι σχέσεις της με τη Ρωσία σε σημαντικό βαθμό προσδιορίζονται από την προμήθεια της τουρκικής αγοράς με ρωσικό φυσικό αέριο. Βέβαια, στην παρούσα φάση, όταν ο σαουδαραβικός ενεργειακός κολοσσός, Aramco, ανακοινώνει απώλειες εσόδων της τάξης του 73,4% το δεύτερο τρίμηνο του 2020 και οι Total και Exxon-Mobil έχουν παγώσει τις ερευνητικές τους δραστηριότητες στην περιοχή, δεν μπορεί η Τουρκία να διεξάγει στα σοβαρά σεισμικές έρευνες (ούτως ή άλλως απαιτούνται τουλάχιστον δύο μήνες για τη συλλογή στοιχείων) ή ερευνητικές γεωτρήσεις, όπως δήθεν επιχειρεί -στερούμενη των τεχνικών προδιαγραφών – εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Ομως, της αρκεί, για την ώρα, να μαρκάρει την περιοχή ως δικής της δικαιοδοσίας, να διαμορφώσει τις συνθήκες για μελλοντικές διαπραγματεύσεις βάσει των πρακτικών -όχι νομικών – τετελεσμένων που θα έχει δημιουργήσει στην περιοχή (πως επί παραδείγματι θα μπορέσουν άλλες δυνάμεις να εκμεταλλευτούν τους φυσικούς πόρους σε σημεία που έχουν υποτίθεται «κατοχυρωθεί» από την Αγκυρα) και εν τέλει όλοι οι δρώντες – εντός και εκτός Ανατολικής Μεσογείου – να συνειδητοποιήσουν ότι ματαιοπονούν, αν πρόκειται να σχεδιάζουν χωρίς την Αγκυρα.

Με γνωστοποιημένες τις ηγεμονικές της βλέψεις στην περιοχή και με ένα εσωτερικό ακροατήριο εκπαιδευμένο στους μαξιμαλισμούς, η Αγκυρα είναι υποχρεωμένη να δείχνει προς πάσα κατεύθυνση ότι συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, ενεργειακά projects και άλλες καταλυτικές για τους περιφερειακούς συσχετισμούς εξελίξεις δεν μπορούν να υλοποιηθούν αν δεν έχουν κάποια έγκριση/συναίνεση ή εμπλοκής από μεριάς της Τουρκίας. Εχοντας, άλλωστε, στον πυρήνα της μεσογειακής της πολιτικής το ιδεολόγημα της γαλάζιας πατρίδας, τις υποχρεώσεις και ευθύνες που δήθεν απορρέουν από την ιστορική της θέση ως διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και επικαλούμενη την προστασία των Τουρκοκυπρίων, έχει διαμορφώσει μία ατζέντα διεκδικήσεων, την οποία προσπαθεί να επιβάλλει. Στον απόηχο, λοιπόν, της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα λιγότερο από «προβολή σημαίας» και να «στήσει» ένα προπαγανδιστικό σόου, τιμωρητικής απάντησης στην Αθήνα. Προς το παρόν, αντιλαμβανόμενη το πόσο επιβαρυμένες είναι ήδη οι σχέσεις της με το Κάιρο, το έχει αφήσει εκτός κάδρου. Αλλά είναι δεδομένο ότι οι ενέργειές της αποσκοπούν (και) στην αποφυγή επικύρωσης της συμφωνίας από το αιγυπτιακό Κοινοβούλιο.

Η Ελλάδα ασφαλώς και επιθυμεί τον διάλογο με όλες τις γειτονικές της χώρες, ιδίως με όσες υφίστανται εκκρεμότητες στις διευθετήσεις διαφορών. Ωστόσο, το κανονιστικό πλαίσιο αυτού πρέπει να είναι προσδιορισμένο, πέρα από εντάσεις και παραβατικές συμπεριφορές. Δυστυχώς, προσώρας η Τουρκία κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Η ηγεσία της διακατέχεται από κουλτούρα ανατολίτικου παζαριού, προκρίνει τη διαπραγμάτευση εκτός θεσμικού πλαισίου, με όρους ισχύος, ενώ αναντίρρητα συνιστά πλέον δομική απειλή. Βάσει αυτού, η ΕΕ και δη τα ισχυρότερα κράτη-μέλη της οφείλουν να υπερβούν τις αγκυλώσεις αναποτελεσματικών πολιτικών με επίκεντρο τον κατευνασμό και να αλλάξουν την ατζέντα με έναν οδικό χάρτη παροχής κινήτρων αλλά και αντικινήτρων/συνεπειών στην Αγκυρα, συνδέοντας πρακτικά και με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δεσμεύσεις τον ευρωτουρκικό με τον ελληνοτουρκικό διάλογο. Αυτός θα πρέπει να είναι και ο πρωταρχικός στόχος της Αθήνας, εφόσον δυστυχώς Βερολίνο και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες παραμένουν διστακτικές στη λήψη κυρώσεων σε βάρος της Αγκυρας. Ας έχουν, όμως, κατά νου οι εταίροι μας ότι έτσι ρισκάρουν την πρόκληση μεγαλύτερης κρίσης στο μέλλον.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής ΙΔΙΣ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο