«Ενας άταφος νεκρός» τιτλοφορήθηκε το 1926 ο τόμος της έκδοσης μιας σειράς άρθρων του Δημήτρη Γληνού, παιδαγωγού, διανοουμένου και πρώην στελέχους του υπουργείου Παιδείας επί των κυβερνήσεων Ελ. Βενιζέλου. Ο Γληνός υπήρξε ο συντάκτης της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913 και του 1917, η οποία έμεινε ημιτελής, αν όχι στα χαρτιά, καθώς η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων υπαναχώρησε μπροστά στις λυσσαλέες και οπισθοδρομικές αντιδράσεις των συντηρητικών. Ο Γληνός διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας και επιχείρησε την εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στο δημοτικό σχολείο.

Παραιτήθηκε το 1920 και επέστρεψε στη θέση του στο υπουργείο Παιδείας το 1922, ανέλαβε διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, την οποία η δικτατορία του Πάγκαλου κατάργησε και απέλυσε τον Γληνό στα 1926. Ο Γληνός υπερασπίστηκε με σθένος την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αυτό ήταν το περιεχόμενο των άρθρων, τα οποία μαζί με την εισηγητική έκθεση των νομοσχεδίων χαρακτήριζαν το εκπαιδευτικό σύστημα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα ως έναν «άταφο νεκρό».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ας μιλήσουμε κάποτε πράγματι για την παιδεία

Εναν αιώνα μετά, ο σημερινός Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μνημόνευσε τον Δημήτρη Γληνό στη Bουλή.

«Διαβάζω: «Η οργάνωση των σχολείων πρέπει να βασίζεται στην ψυχική εξέλιξη των παιδιών, στα ενδιαφέροντά τους και στις ανάγκες επαγγελμάτων. Η επιλογή ικανών και προικισμένων παιδιών πρέπει να γίνει το μόνο κριτήριο στην κατανομή τους στα διάφορα είδη σχολείων»» είπε ο κ. Μητσοτάκης και πρόσθεσε:

«Το απόσπασμα αυτό αφορά σε έναν θεσμό που πολεμάται (σ.σ. η σωστή λέξη είναι «βάλλεται») και σήμερα όσο λίγοι: τα πρότυπα και πειραματικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ τα χαρακτήρισε καρκίνωμα. Το απόσπασμα που διάβασα είναι του 1927 από τον Δημήτρη Γληνό, από έναν αριστερό μεταρρυθμιστή της παιδείας σε μια εποχή που όλοι αντιλαμβάνονται και πρώτα απ’ όλους η Αριστερά ότι το πρότυπο σχολείο δεν είναι μηχανισμός παραγωγής ελίτ· ήταν ένας ιμάντας κοινωνικής κινητικότητας που έδινε δυνατότητα πρωτίστως σε παιδιά από φτωχές οικογένειες να μπορούν να διακρίνονται και να πηγαίνουν σε σχολεία που στηρίζουν αυτές τις ξεχωριστές δεξιότητες».

Συζητήση με όρους αναχρονιστικούς

Από αυτό το απόσπασμα του λόγου του Πρωθυπουργού είναι εμφανής η διάθεσή του να υποστηρίξει στις σημερινές συνθήκες τους πολλαπλούς τύπου σχολείου.

Εχοντας συμπληρώσει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, για ακόμα μια φορά, όπως και σε κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ή «μεταρρύθμιση», τελικώς το δέντρο επισκιάζει το δάσος.

Συζητούμε για το αν πρέπει να διδάσκονται τα Λατινικά ή τα Αρχαία αντί της Κοινωνιολογίας και την ίδια ώρα εισάγονται τα Αγγλικά στα νηπιαγωγεία, όταν ακόμα τα παιδιά δεν έχουν μάθει ούτε την αλφαβήτα στη μητρική τους γλώσσα και όταν δεν υπάρχουν καν καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί της αγγλικής γλώσσας να διδάξουν σε ηλικίες κάτω των 5 ετών.

Συζητούμε για το αν είναι τηλεκπαίδευση και χρήση των νέων τεχνολογιών η μετατροπή της σχολικής αίθουσας σε τηλεοπτικό στούντιο τύπου «Βig Βrother» (Μεγάλος Αδελφός) και την ίδια ώρα εισάγεται ξανά η διαγωγή στα απολυτήρια κάνοντας βουτιά στον χρόνο και σε εποχές όπου στα σπίτια δεν υπήρχαν σταθερά τηλέφωνα και ασπρόμαυρες τηλεοράσεις.

Συζητούάμε για το αν η Ιστορία είναι κοινωνική επιστήμη ή μάθημα κατήχησης εθνικού φρονηματισμού!

Μπαίνουμε σε συζήτηση για το αν είναι ή δεν είναι fake news (ψευδής είδηση) η κατάργηση των καλλιτεχνικών μαθημάτων. Για το αν θα αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας των Θρησκευτικών έναντι της Γεωγραφίας.

Συζητούμε για το αν τα πανεπιστήμια θα λειτουργήσουν με όρους αγοράς και ανταγωνισμού και πώς θα συνδεθούν με τον ιδιωτικό τομέα όταν είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν φταίνε τα πτυχία για την ανεργία, αλλά το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. Η ανεργία απαξιώνει τα πτυχία και το πανεπιστήμιο. Η μετανάστευση του επιστημονικού δυναμικού στα χρόνια της κρίσης είναι τρανή απόδειξη προς τούτο.

Συζητούάμε για το αν θα φτιάξουμε τμήματα ξενόγλωσσης διδασκαλίας για να προσελκύσουμε ξένους φοιτητές με τους όρους των κουτόφραγκων της επαρχίας που ήθελαν ΤΕΙ ή ΑΕΙ σε κάθε κωμόπολη για να κινηθεί η τοπική αγορά του real estate από τα ενοίκια και ο κλάδος του επισιτισμού από τους καφέδες που θα έπιναν και τα σουβλάκια που θα έτρωγαν οι σπουδαστές.

Ολα αυτά είναι παράγωγα προβλήματα, αντιφάσεις και ελάχιστες μόνο εκφάνσεις της προβληματικής δομής του εκπαιδευτικού συστήματος στο σύνολό του.

Επιστημονικοτεχνική επανάσταση

Ο Γληνός είπε όσα είπε πριν από έναν αιώνα σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Η Ελλάδα πάλευε ακόμα να εκβιομηχανιστεί, ο πληθυσμός ήταν στη συντριπτική του πλειοψηφία αγροτικός και αγράμματος, ο αναλφαβητισμός τσάκιζε κόκαλα, γλώσσα του σχολείου ήταν η καθαρεύουσα, που ήταν μια ξένη γλώσσα για τον απλό κοσμάκη.

Η ανθρωπότητα τότε ήταν ακόμα στην πρώτη και δεύτερη βιομηχανική επανάσταση του ατμού και της ηλεκτρικής ενέργειας και απαιτούνταν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα βγάλει το αντίστοιχο εργατικό δυναμικό. Πλέον έχουμε περάσει από το στάδιο της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης (με την πληροφορική ή κυβερνητική) και διανύουμε το στάδιο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, όπου κυρίαρχο στοιχείο της ζωής είναι η ψηφιακή τεχνολογία και τα δίκτυα.

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, το κυρίαρχο στοιχείο του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος έρχεται από το μακρινό παρελθόν και οι όποιες «μεταρρυθμίσεις» το αναπαράγουν αντί να το εξαλείφουν. Παραμένει η ποσοτική συσσώρευση πληροφοριών (ασύνδετες μεταξύ τους τις περισσότερες φορές) στις κατώτερες βαθμίδες του, ο διαχωρισμός του μαθητικού πληθυσμού από την τρυφερή και ευαίσθητη ηλικία της εφηβείας σε «μαστοράτζες» και «κουμπούρια» που «δεν παίρνουν τα γράμματα» από τη μια μεριά και από την άλλη σε αυτούς που θα περάσουν από το λύκειο ως προθάλαμο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το πρότυπο αναπαράγει η βασική διάκριση δημοτικού – γυμνασίου – λυκείου και ο κύριος διαχωρισμός του λυκείου σε Γενικά και Τεχνικά.

Αχταρμάς από σχολές κατάρτισης

Μεταξύ δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεσολαβεί ένας αχταρμάς από σχολές κατάρτισης. Αφού έχουμε εξαντλήσει τους νέους ανθρώπους από πολύ μικρή ηλικία μέχρι την ενηλικίωσή τους στην εξειδίκευση, φτάνουμε μέσα από ένα λύκειο εξεταστικό κέντρο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου στις περισσότερες των περιπτώσεων κυριαρχεί μια επιστημονική αοριστολογία και γενικολογία στη δομή των σπουδών, για να συνεχιστεί μετά ένα ατέλειωτο κυνήγι μεταπτυχιακών, διδακτορικών και μεταδιδακτορικών τίτλων σπουδών.

Και όποιος τυχερός μέσα σε αυτό το χάος έχει φάει τα χρόνια του στα θρανία και στα αμφιθέατρα και καταφέρει να φτάσει στο ανώτατο δυνατό επίπεδο σπουδών και στην απόκτηση των σχετικών τίτλων, βγαίνει στην αγορά εργασίας και κρύβει από το βιογραφικό του μια σειρά από τους ανώτερους τίτλους σπουδών για να μπορέσει να πιάσει μια δουλειά ίσα ίσα για την επιβίωση.

Αυτή είναι η πραγματικότητα για τους πολλούς. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Ομως αυτό που μετράει είναι ο κανόνας και από αυτό κρίνεται η ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος.

Στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, όπου ολοένα και περισσότερο αδυνατίζει η διάκριση πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας, είναι καιρός να προβληματιστούμε πριν απ’ οτιδήποτε άλλο για το κατά πόσο αυτή η χαώδης δομή του εκπαιδευτικού συστήματος, που ενισχύει τον κατακερματισμό στη σκέψη και στην προσωπικότητα των ανθρώπων, ανταποκρίνεται στην εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Στην πραγματικότητα οι καιροί απαιτούν έναν ενιαίο τύπο σχολείου που να αντιστοιχεί στη σημερινή πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και θα δίνει ένα στέρεο υπόβαθρο γενικών γνώσεων πλάθοντας συγκροτημένες προσωπικότητες.

Στέρεο υπόβαθρο γενικών γνώσεων

Χωρίς ένα στέρεο υπόβαθρο γενικών γνώσεων μέχρι την ενηλικίωσή του πώς θα ανακαλύψει τα ενδιαφέροντα, τις κλήσεις και τα ταλέντα του ένας νέος άνθρωπος για να κάνει τις επαγγελματικές επιλογές στη ζωή του; Πώς θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην ενήλικη ζωή του στην ανάγκη της επιστημονικής ειδίκευσης και της διαρκούς επιμόρφωσης; Και κυρίως πώς θα αισθανθεί κύριος του εαυτού του και κύριος της δημιουργίας, της εξέλιξης και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων; Αντί να αισθάνεται, όπως συμβαίνει σήμερα, κυριαρχούμενος και στρεσαρισμένος στην καθημερινότητά του από τις δυνάμεις της σύγχρονης τεχνολογίας και την ανασφάλεια του φαύλου κύκλου της ανεργίας και της κακοπληρωμένης εργασίας που τον περιμένει μετά το τέλος των όποιων σπουδών.

Κακά τα ψέματα. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος είναι συνυφασμένη με τη δομή της κοινωνίας. Αν στην κοινωνία υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούμε ότι μας περισσεύουν, τότε και το εκπαιδευτικό μας σύστημα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα παραμένει μια κρησάρα διαλογής των «αρίστων» και των «ψυκτικών του Περιστερίου». Ως τότε η εκπαίδευση ως ουραγός της εξέλιξης θα παραμένει «ένας άταφος νεκρός».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο