Το εκπαιδευτικό υπόβαθρο μιας οικογένειας και το επίπεδο εκπαίδευσης των γονέων σε ένα σπίτι, έχει σημαντική επιρροή στα ενδιαφέροντα που αναπτύσσει ένα άτομο για τη μελλοντική του επαγγελματική πορεία. Επιπλέον, η εκπαίδευση συσχετίζεται στενά με την εισοδηματική κατάσταση του νοικοκυριού, καθώς τα άτομα με υψηλότερη εκπαίδευση τείνουν να έχουν αυξημένη πιθανότητα εξεύρεσης εργασίας και υψηλότερες αμοιβές.

Έτσι, ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς κάνουμε τις εκπαιδευτικές μας επιλογές, οι οποίες και θα κατευθύνουν στη συνέχεια τη ζωή μας. Σε κάθε οικογένεια,  η απασχόληση συσχετίζεται στενά με το εισόδημα και επομένως προσδιορίζει και τις δυνατότητες μιας οικογένειας να στηρίζει ιδιωτικές δαπάνες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των παιδιών μέσα από ιδιωτικά σχολεία, φροντιστήρια και εξωσχολικές δραστηριότητες. Επιπλέον, επηρεάζει τις επιλογές των φοιτητών ως προς τα πεδία σπουδών στα οποία εγγράφονται, ειδικά όταν υπάρχουν αυξημένες προοπτικές πρακτικής εξάσκησης και απασχόλησης σε οικογενειακές επιχειρήσεις και γραφεία ελεύθερων επαγγελματιών.

Σε μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) εξετάζεται η εξέλιξη των κοινωνικών χαρακτηριστικών των φοιτητών που εγγράφηκαν στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την περίοδο 2001-2014. Σύμφωνα με τη μελέτη, διαφαίνεται τάση αύξησης του ποσοστού φοιτητών που προέρχονται από οικογένειες με υψηλό και πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο, με αντίστοιχη μείωση στις οικογένειες με μεσαίο κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο. Η τάση αυτή φαίνεται να εντείνεται κατά τη διάρκεια της κρίσης.

 

Ποιοι νέοι σπουδάζουν

Συγκεκριμένα, το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο ανήλθε σε 45,6% το 2014, από 42,3% το 2011 και 36,3% το 2001. Αυξήθηκε και το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο, από 2,1% το 2001 σε 3,4% το 2011 και 4,7% το 2014. Αντίστροφα, το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με μεσαίο κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο μειώθηκε στο 42,5% το 2014 από 47,1% το 2011 και 52,1% το 2001. Το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με χαμηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο ακολουθούσε πτωτική τάση την περίοδο 2001-2008, από 9,5% σε 6,3%, ωστόσο αυτή η τάση ανακόπηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης όταν αυτό το ποσοστό παρέμεινε στο εύρος 6,4%-7,8%.

Το κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο των φοιτητών διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κατηγοριών ιδρυμάτων τη συγκεκριμένη περίοδο όπως δείχνει η έρευνα. Ειδικότερα, το 53,3% των πρωτοετών φοιτητών σε ιδρύματα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης το 2014 προήλθε από οικογένειες με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο. Το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται σε 30,2% στους πρωτοετείς φοιτητές ΤΕΙ και 31,6% στους φοιτητές των λοιπών ιδρυμάτων. Προκύπτει έτσι ότι το ποσοστό φοιτητών με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο ήταν αυξημένο το 2014 κατά 23,1 ποσοστιαίες μονάδες στα πανεπιστήμια σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό φοιτητών. Υψηλότερο στα πανεπιστήμια είναι και το ποσοστό φοιτητών που προέρχονται από οικογένειες πολύ υψηλού κοινωνικό-μορφωτικού επιπέδου. Συγκεκριμένα, το 2014 το 6,4% των φοιτητών πανεπιστημίου προήλθαν από το συγκεκριμένο στρώμα της κοινωνίας, έναντι μόλις 1,3% στα ΤΕΙ και 1,1% στις λοιπές επαγγελματικές σχολές.

 

Αντίθετα, σημαντικά μικρότερα είναι τα ποσοστά φοιτητών με μεσαίο και χαμηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων στα πανεπιστήμια, σε σύγκριση με τα ΤΕΙ και τα λοιπά ιδρύματα. Το ποσοστό φοιτητών μεσαίου και χαμηλού κοινωνικό-μορφωτικού επιπέδου γονέων στα πανεπιστήμια ανήλθε το 2014 σε 35,6% και 4,6% αντίστοιχα. Αντίθετα, τα αντίστοιχα ποσοστά ανήλθαν σε 56,1% και 12,4% στα ΤΕΙ και σε 55,9% και 11,5% στις λοιπές επαγγελματικές σχολές.

Η θετική σχέση της πιθανότητας φοίτησης σε πανεπιστήμιο με το κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο των γονέων αναδεικνύεται και όταν ελέγχεται αυτή η σχέση με στατιστικές μεθόδους για την κοινή επίδραση άλλων παραγόντων, όπως το φύλο, την κατάσταση εργασίας, την εθνικότητα, την ηλικία, την εντοπιότητα, τον τύπο του σχολείου αποφοίτησης. Συγκεκριμένα, για τα άτομα με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων, η πιθανότητα κάποιος να σπουδάζει σε πανεπιστήμιο (και όχι σε ΤΕΙ ή λοιπή επαγγελματική σχολή) ήταν υψηλότερη κατά 36,7%. Πολύ υψηλή επίδραση στην πιθανότητα φοίτησης σε πανεπιστήμιο είχε και το να έχει ένα άτομο υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο (36,2%).

 

Οι «πρώτοι» ανά επιστήμη

Πάντως, όπως δείχνουν τα στοιχεία, καταγράφονται σημαντικές διαφορές ως προς το κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο των γονέων των φοιτητών μεταξύ των διαφορετικών πεδίων σπουδών που προσφέρουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας. Συγκεκριμένα, το ποσοστό φοιτητών με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο στις ιατρικές επιστήμες ανέρχεται σε 10,7% κατά μέσο όρο την περίοδο 2001-2014. Το ποσοστό αυτό στις ιατρικές επιστήμες είναι υψηλότερο σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό στον υπόλοιπο φοιτητικό πληθυσμό.

Σημαντικά υψηλότερο είναι και το ποσοστό φοιτητών ιατρικών επιστημών με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων (69,6%, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα πεδία). Αντίστοιχα, μόλις το 18,7% και 1,0% των φοιτητών ιατρικής προέρχονται από οικογένειες μεσαίου και χαμηλού κοινωνικό-μορφωτικού επιπέδου, αρκετά χαμηλότερα σε σχέση με τα υπόλοιπα πεδία σπουδών.

 

Σημαντικά υψηλότερα ποσοστά φοιτητών με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο σε σύγκριση με τον υπόλοιπο φοιτητικό πληθυσμό παρατηρούνται και στις σχολές μηχανικών, νομικών, άλλων επιστημών υγείας και καλών τεχνών. Υψηλότερο ποσοστό φοιτητών με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο έχουν επίσης οι σχόλες πληροφορικής και επικοινωνιών, φυσικομαθηματικών επιστημών και γεωπονικών επιστημών. Στην άλλη άκρη του φάσματος, τα πεδία με αυξημένο ποσοστό φοιτητών που προέρχονται από οικογένειες με πολύ χαμηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων είναι η θεολογία, τα παιδαγωγικά νηπιαγωγών, η φιλοσοφική, τα παιδαγωγικά δασκάλων, οι ξένες γλώσσες και πολιτισμοί και οι κοινωνικές-πολιτικές επιστήμες. Αυξημένα ποσοστά φοιτητών με μεσαίο κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο παρατηρούνται στις οικονομικές επιστήμες – διοίκηση επιχειρήσεων.

 

Ελέγχοντας στατιστικά για τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των κοινωνικών χαρακτηριστικών, παρατηρείται ότι πράγματι η προέλευση από υψηλά κοινωνικά και μορφωτικά στρώματα ευνοεί την πρόσβαση σε τμήματα Μηχανικών, Ιατρικών Επιστημών και Νομικών. Συγκεκριμένα, η πιθανότητα φοίτησης σε αυτές τις σχολές είναι αυξημένη κατά μέσο όρο κατά 27,2%, 20,2% και 11,9% αντίστοιχα για τους φοιτητές που προέρχεται από πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο.

 

Επομένως, το κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο των γονέων επηρεάζει σημαντικά την πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και ειδικά στα πεδία σπουδών που οδηγούν σε επαγγελματική πορεία με αυξημένες αμοιβές και κοινωνικό κύρος (όπως γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι). Καθώς η τριτοβάθμια εκπαίδευση σε μεγάλο βαθμό καθορίζει και τη μετέπειτα επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη των φοιτητών, η ανισότητα στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επηρεάζει αποφασιστικά τη διατήρηση των ανισοτήτων στην ευρύτερη κοινωνία. Αναδεικνύεται έτσι ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια για ενίσχυση της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας στη χώρα μας, μέσα από στοχευμένες πολιτικές στήριξης ατόμων που προέρχονται από ευάλωτα κοινωνικά στρώματα σε όλη τη διάρκεια του εκπαιδευτικού κύκλου.

 

Ανάγκες για νέες δεξιότητες και τα «έξυπνα» εκπαιδευτικά κέντρα

Προσαρμογή στους νέους κανόνες της αγοράς εργασίας, αλλά ταυτόχρονα και την μόρφωση ώριμων πολιτών που μπορούν να πάρουν όλες τις αποφάσεις που απαιτούνται στα πολύπλοκα ερωτήματα των καιρών μας απαιτούν οι σύγχρονες κοινωνίες. Κάτι που άλλωστε περνάει μέσα απο τα εκπαιδευτικά τους συστήματα και βεβαίως αποτελεί ένα πολύτιμο στήριγμα στις κοινωνίες που βρίσκονται σε κρίση.

Κι αυτό καθώς η αύξηση των πόρων για την εκπαίδευση είναι μια πολιτική που αποτελεί πλέον απόλυτη προτεραιότητα για τη χώρα μας ωστε να σταματήσει και η μαζική μετανάστευση νέων πτυχιούχων οι οποίοι και στην Ελλάδα αντιμετώπιζαν το φάσμα της ανεργίας. Όπως αναφέρουν οι διεθνείς μελέτες, σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, οι προοπτικές απασχόλησης βελτιώνονται για τους ενήλικες που έχουν προχωρήσει πέρα από την υποχρεωτική εκπαίδευση. Ο κίνδυνος ανεργίας των ενηλίκων (25-34 ετών) που δεν ολοκλήρωσαν την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι σχεδόν διπλάσιος σε σχέση με τους απόφοιτους της ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την εκπαίδευση, κατά μέσο όρο το 84% των ενηλίκων με πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει απασχόληση.

Πάντως τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας, σημειώνονται τα τελευταία χρόνια στους απασχολούμενους με χαμηλότερη εκπαίδευση στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, σε αντίθεση με τους απασχολούμενους που είναι πτυχιούχοι ανώτατης εκπαίδευσης. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης στο σύνολο της απασχόλησης αυξήθηκε κατά 10 περίπου μονάδες (από 21,4% το 2009 σε 30,9% το 2017), των κατόχων μεταπτυχιακών/διδακτορικών κατά 4 μονάδες (από 0,7% σε 4,8%) και των αποφοίτων Λυκείου κατά 3 μονάδες (από 31,7% σε 34,7%), εξέλιξη που αντανακλά την συνεχιζόμενη αύξηση του εκπαιδευτικού επιπέδου των απασχολούμενων και μετά την έναρξη της κρίσης.

Όπως αποκαλύπτουν άλλωστε οι επιστημονικές έρευνες, ο βαθμός συνάφειας της εκπαίδευσης με την εργασία που εκτελούν οι απασχολούμενοι μέσης εκπαίδευσης κατατάσσει την Ελλάδα στην 25η θέση μεταξύ των 28 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι οι απόφοιτοι μέσης τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα δηλώνουν μεγαλύτερη συνάφεια από τους απόφοιτους μέσης γενικής εκπαίδευσης στο Λύκειο.

Παρόλα αυτά η οικονομική κρίση και οι χαμηλές αποδοχές έχουν οδηγήσει στη φυγή χιλιάδων νέων επιστημόνων απο τη χώρα μας. Σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, από το 2008 μέχρι το 2013, σχεδόν 223 χιλιάδες νέοι, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας, ηλικίας 25-39 ετών έφυγαν από τη χώρα, αναζητώντας εργασία με καλύτερη αμοιβή και προοπτικές. Σωρευτικά, κατά το διάστημα 2008-2013, 427 χιλιάδες μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας έφυγαν από τη χώρα.

Γράψτε το σχόλιο σας