Η στρατηγική της ΕΚΤ να προσφέρει «φθηνό» χρήμα για να τονώσει την ανάπτυξη μέσω των χαμηλών επιτοκίων υποχρεώνει τις τράπεζες και στην Ελλάδα να αναπροσαρμόσουν δραστικά προς τα κάτω τα επιτόκια καταθέσεων, ώστε να διατηρηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα το επιτοκιακό τους κέρδος, δηλαδή η διαφορά των επιτοκίων δανεισμού με τα επιτόκια καταθέσεων.

Με την έναρξη του 2020 τα επιτόκια για απλούς καταθετικούς λογαριασμούς είναι σχεδόν μηδενικά και στις προθεσμιακές καταθέσεις δεν ξεπερνούν το 0,25% σε ετήσια βάση.

Σε αυτό το περιβάλλον οι επενδυτές αναζητούν εναλλακτικές επιλογές και στρέφονται δειλά-δειλά στις μετοχές και στα αμοιβαία κεφάλαια. Το ΧΑ με κέρδη 49,5% το 2019 ήταν από τα πρώτα σε απόδοση στον κόσμο. Οι μετοχές όμως ενέχουν πάντα ρίσκο και δεν ταιριάζουν στο προφίλ των επενδυτών – καταθετών που προτιμούν το «κάλλιο πέντε και στο χέρι».

Μια επιλογή για αυτούς είναι η τοποθέτηση κεφαλαίων σε μετοχές με υψηλή μερισματική απόδοση. Κάτι που είναι εύκολο να εντοπιστεί από τα στατιστικά στοιχεία του Χρηματιστηρίου. Συνήθως πρόκειται για μεγάλες εταιρείες του ΧΑ με μικρές διακυμάνσεις στις τιμές, κερδοφόρες που διαχρονικά αμείβουν τους πιστούς τους μετόχους με ένα καλό μέρισμα στο τέλος του χρόνου.

Και επειδή η ανάκαμψη της οικονομίας φέρνει ακόμη μεγαλύτερα κέρδη, αναμένεται και τα μερίσματα να ενισχυθούν ανάλογα. Ηδη το 2019 οι εισηγμένες εταιρείες έδωσαν μέσω μερισμάτων ή επιστροφής κεφαλαίου 2,2 δισ. ευρώ στους μετόχους τους. Σε κεφαλαιοποίηση 61,7 δισ. ευρώ στο τέλος του έτους η μέση μερισματική απόδοση ανέρχεται σε 3,56%. Αν βγάλεις και τις τράπεζες, που προς το παρόν δεν δίνουν μέρισμα, η κεφαλαιοποίηση των υπόλοιπων εταιρειών ανέρχεται στα 51,2 δισ. ευρώ και η μέση μερισματική απόδοση εκτοξεύεται στο 4,3%.

Επίσης, οι επενδυτές θα πρέπει να προσμετρήσουν πως από 1.1.2020 μειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής των μερισμάτων από 10% σε 5%, καθιστώντας ακόμη πιο ελκυστική την επένδυση σε μετοχές με γενναία και σταθερή μερισματική πολιτική.

Γράψτε το σχόλιο σας