Οφείλω να πω ότι χαίρομαι όταν βλέπω νέους ανθρώπους να παράγουν καλλιτεχνικό – πνευματικό έργο, πόσω μάλλον υπό δύσκολες συνθήκες, γιατί αυτό υποτίθεται ότι συμβαίνει στη χώρα μας, ειδικά στον κινηματογράφο που, ως γνωστόν, θεωρείται και ακριβό σπορ. Πολλοί με ρωτούν αν υπάρχει ακόμα ελληνικός κινηματογράφος, άλλοι τον υποστηρίζουν ένθερμα λέγοντας ότι βεβαίως και υπάρχει.

Φέρνουν βέβαια ως παράδειγμα τον Γιώργο Λάνθιμο, αγνοώντας ωστόσο ότι ναι μεν ο σκηνοθέτης είναι Ελληνας, αλλά ελληνικό κινηματογράφο έχει καιρό να κάνει. Είναι σαν να λέμε ότι το «Βασικό ένστικτο» του Πολ Βερχόφεν είναι δείγμα ολλανδικού κινηματογράφου, ενώ η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για ταινία γυρισμένη από ολλανδό σκηνοθέτη στο Χόλιγουντ. Και ύστερα υπάρχουν και αυτοί που βλέπουν το μέλλον στις εκατοντάδες μικρού μήκους ταινίες που γυρίζονται από έλληνες φερέλπιδες σκηνοθέτες και παρουσιάζονται διαρκώς μπροστά μας.

 

Φυσικά και υπάρχει ελληνικός κινηματογράφος, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια διακρίνεται όλο και περισσότερο, με κορυφαίο παράδειγμα εκείνο του Βασίλη Κεκάτου, του οποίου η ταινία «Η απόσταση ανάμεσα στον ουρανό και εμάς» (θα προβληθεί στην ΕΡΤ2) απέσπασε φέτος τον Χρυσό Φοίνικα Μικρού Μήκους στο Φεστιβάλ των Καννών, μια πραγματικά τεράστια διάκριση από έναν νέο που έχει μπροστά του λαμπρό μέλλον.

 

Χαίρομαι λοιπόν για τον Κεφαλονίτη Κεκάτο και αδημονώ να δω τη μεγάλου μήκους ταινία του που είμαι σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα έρθει (η προηγούμενή του, «Η σιγή των ψαριών όταν πεθαίνουν», θα μεταδοθεί την Τρίτη 15/10 από την ΕΡΤ2). Το ίδιο θα έλεγα ότι συμβαίνει και με την Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, της οποίας ο «Ηλεκτρικός κύκνος», η τελευταία μεσαίου μήκους ταινία (λίγο μεγαλύτερη σε διάρκεια από μια μικρού), προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας και απέσπασε θετικά σχόλια.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο Βασίλης Κεκάτος και η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη υπήρξαν και πολύ τυχεροί. Γιατί; Γιατί αν κρίνω από τις μικρού μήκους ταινίες που γυρίζονται ετησίως σε μια κινηματογραφικώς φτωχή χώρα όπως η Ελλάδα, το γεγονός ότι ένας – δύο κατάφεραν να φτάσουν τόσο ψηλά είναι κυριολεκτικά αντίστοιχο με τον ψύλλο στ’ άχυρα.

Με άλλα λόγια, οι εκατοντάδες… υπόλοιποι τι θα κάνουν;

Θα μου πείτε – και θα συμφωνήσω -, μα έτσι δεν συμβαίνει παντού; Δεν είναι οι πολλοί τα ταλέντα. Οι λίγοι είναι. Ο ένας στους τόσους και τόσους. Πράγματι. Ομως στην περίπτωση της ελληνικής μικρού μήκους ταινίας μπορώ να πω ότι κυριολεκτικά τα χάνω από την πληθώρα των δημιουργών και των δημιουργιών.

Μην πάτε μακριά. Πάρτε παράδειγμα τα ελληνικά φεστιβάλ που προβάλλουν μικρού μήκους ελληνικές παραγωγές. Ξέρετε πόσα διεξάγονται στην Ελλάδα μέσα σε μια περίοδο περίπου δύο μηνών, που ειδικεύονται στη μικρού μήκους παραγωγή; Τρία! Το πιο γνωστό όλων είναι βέβαια το Φεστιβάλ Δράμας, στο οποίο φέτος παίχθηκαν 60 (!) ταινίες, ενώ είχαν κατατεθεί… 240!

 

Υστερα έχουμε το Φεστιβάλ ΜICROμ (9-13 Οκτωβρίου) που διεξάγεται φέτος για ένατη χρονιά, αλλά και το Φεστιβάλ Balkans Beyond Borders που αρχίζει για δέκατη φορά στην ιστορία του στις 17 Οκτωβρίου και διαρκεί τέσσερις ημέρες. Ανάμεσά τους θα βρούμε και το Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας που μπορεί να είναι φεστιβάλ για μεγάλου μήκους, αλλά δίνει έμφαση στη… μικρού μήκους. Φέτος πρόβαλε καμιά σαρανταριά ελληνικές ταινίες μικρού μήκους.

 

Και αναρωτιέμαι, ο καψερός, ποιο είναι το νόημα σε όλον αυτόν τον βομβαρδισμό των φεστιβάλ μικρού μήκους σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το σινεμά θεωρείται είδος πολυτελείας, τουλάχιστον ως δημιουργία (άσε που κοντεύει να γίνει και ως διασκέδαση και αν σώζεται το οφείλει σε επιτυχίες τύπου «Joker»). Αναρωτιέμαι, απλώς, αν όλη αυτή η υπερπαραγωγή ταινιών μικρού μήκους και συγχρόνως η προβολή της σε τόσο πολλά φεστιβάλ κάνουν τελικά καλό ή κακό.

Επαναλαμβάνω, δεν είμαι εναντίον όλης αυτής της προσπάθειας των παιδιών να εκφραστούν. Από την άλλη πλευρά, όμως, εφόσον υπάρχει όλη αυτή η έξαρση και δεν υπάρχει πρόβλημα, ε, ας μην παραπονιέται ο «κινηματογραφικός» κόσμος για το ότι το σινεμά στην Ελλάδα υποφέρει. Γιατί εφόσον βγαίνουν περί τις 500 μικρού μήκους ταινίες ετησίως στην Ελλάδα, δεν νομίζω τελικά ότι υποφέρει.