Η Ελλάδα και η ελληνική κυβέρνηση κλείνοντας το 2018 με ένα ισχυρό πρωτογενές πλεόνασμα που στηρίζεται όμως σε μεγάλο βαθμό στην μείωση ανελαστικών δαπανών και στην υπερφορολόγηση, παραμένει στην μεταμνημονιακή εποχή εκτός των διεθνών αγορών.

Αυτό είναι και το πρώτο στοίχημα που καλείται ουσιαστικά να λύσει και να διορθώσει η κυβέρνηση, καθώς η άντληση ρευστότητας από τις διεθνείς αγορές, είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επιστροφή στην κανονικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν αρκετά σενάρια που επεξεργάζεται το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με τον ΟΔΔΗΧ, που αναλαμβάνει τεχνικά την προετοιμασία εξόδου της χώρας στις αγορές μέσω της αγοράς ομολόγων.

Τα δεδομένα που έχει η κυβέρνηση είναι ότι οι συνολικές της ανάγκες αποτιμώνται από το άθροισμα των αναγκών αποπληρωμής χρεών μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, τους τόκους των αντίστοιχων χρεών, αφαιρουμένων των ποσών του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Με τους παραπάνω υπολογισμούς, η χώρα έχει ανάγκες άντλησης άνω των 9 δις ευρώ, ένας στόχος αρκετά δύσκολος να επιτευχθεί υπό τις παρούσες συνθήκες πολιτικής αβεβαιότητας, καθώς και οικονομικής αβεβαιότητας για τις μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Ενώ λοιπόν η κυβέρνηση επιθυμούσε ένα μακροπρόθεσμο ομόλογο δεκαετίας, για να κερδίσει άμεσα την εμπιστοσύνη των αγορών, το επιτόκιο που κινείται κοντά στο 4.5% καθιστά την όποια κίνηση απαγορευτική καθώς θα συσσωρεύσει νέο χρέος και χρεωλύσια για τους Έλληνες πολίτες.

Το δεύτερο σενάριο που φαντάζει πιο ρεαλιστικό αυτή την στιγμή, είναι η προσπάθεια έκδοσης ενός πενταετούς ομολόγου, όπου και πάλι δεν θα είναι μία νέα έκδοση χρέους επί της ουσίας, αλλά μία επέκταση και ανταλλαγή χρέους του παλαιού πενταετούς ομολόγου που λήγει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2019 και είχε εκδοθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση.

Σε αυτή την περίπτωση τα επιτόκια είναι σαφώς χαμηλότερα, λόγω του περιορισμένου πιστωτικού κινδύνου και έτσι ενδέχεται ένα επιτόκιο της τάξης του 3.5% να γίνει αποδεκτό και να προχωρήσει η άντληση από τις αγορές.

Σε κάθε περίπτωση τα ποσά που τελικά θα αντλήσει η ελληνική κυβέρνηση, θα εξαρτηθούν από αρκετούς εσωτερικούς αλλά και εξωγενείς παράγοντες.

Για παράδειγμα, τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις που προχωρούν με αργούς ρυθμούς, η επιστροφή των κερδών των ομολόγων από τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος καθώς και η μείωση του αποθέματος ρευστών διαθεσίμων από την κυβέρνηση, ταυτόχρονα με την γεωπολιτική συγκυρία στην ΝΑ Μεσόγειο, αποτελούν σοβαρούς παράγοντες που θα κρίνουν την επιτυχία ή όχι του εγχειρήματος, με την βασική προϋπόθεση, ότι η χώρα θα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις και θα περάσει τα κατάλληλα μηνύματα ανάκαμψης προς τον διεθνή παράγοντα.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

 

Γράψτε το σχόλιο σας