Panama Papers: Πώς το καθεστώς έκρυβε την περιουσία του Άσαντ
Το συριακό καθεστώς κατάφερε να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις και να χρηματοδοτήσει την πολεμική μηχανή του χάρη σε τρεις εταιρείες-βιτρίνες, τα ονόματα των οποίων αποκαλύφθηκαν στα Panama Papers, γράφει η Le Monde.
Το συριακό καθεστώς κατάφερε να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις και να χρηματοδοτήσει την πολεμική μηχανή του χάρη σε τρεις εταιρείες-βιτρίνες, τα ονόματα των οποίων αποκαλύφθηκαν στα Panama Papers, γράφει η Le Monde.
Σύμφωνα με την έρευνα του International Consortium of Investigation Journalists (ICIJ, Διεθνής Κοινοπραξία Ερευνητών Δημοσιογράφων), στο οποίο μετέχουν 109 ΜΜΕ από 76 χώρες, ο Ράμι Μαχλούφ, ο πάμπλουτος ξάδελφος του Άσαντ, εδώ και χρόνια εγκαθιστά τις εταιρείες του σε φορολογικούς παραδείσους.
Ο Μαχλούφ είναι ένα από τα πρόσωπα που έχουν δεχτεί σφοδρές επικρίσεις από τους Σύρους αντικαθεστωτικούς.
Με βάση την έρευνα του ICIJ, της γερμανικής εφημερίδας Süddeutsche Zeitung και των άλλων δημοσιογραφικών ομίλων, «τρεις συριακές εταιρείες που χαρακτηρίστηκαν από το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ως υποστηρίκτριες του συριακού μηχανισμού καταπίεσης (σ.σ. της αντιπολίτευσης) προσέφυγαν στις υπηρεσίες του Μοσάκ Φονσέκα (σ.σ. του δικηγορικού γραφείου του Παναμά απ’ όπου διέρρευσαν τα έγγραφα) για να ιδρύσουν εταιρείες-βιτρίνες στις Σεϋχέλλες» γράφει η Monde.
Αυτές οι εταιρείες-βιτρίνες ήταν για το συριακό καθεστώς «ένας τρόπος για να παρακάμψει τις διεθνείς κυρώσεις που του έχουν επιβληθεί από την έναρξη του πολέμου, αλλά και να κρύψει την περιουσία της οικογένειας Άσαντ που κυβερνά τη Συρία εδώ και μισό αιώνα.
Οι τρεις συριακές εταιρείες, οι Pangates International, Maxima Middle East Trading και Morgan Additives Manufacturing, «παρείχαν καύσιμα στην πολεμική αεροπορία του συριακού καθεστώτος, από τους βομβαρδισμούς της οποίας (…) σκοτώθηκαν πολλές χιλιάδες άμαχοι» από την έναρξη των συγκρούσεων, το 2011.
Ο δισεκατομμυριούχος Ράμι Μαχλούφ, ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Συρία, είχε και άλλες εταιρείες-βιτρίνες, όπως η Drex Technologies SA, με έδρα τις βρετανικές Παρθένες Νήσους από το 2000.
Οι αρχές αυτού του φορολογικού παραδείσου ανησύχησαν για τη νομιμότητα αυτής της εταιρείας μία δεκαετία αργότερα.