37

Το πρότυπο της εξέγερσης είχε έρθει, όπως και παντού αλλού, από την Αμερική, το ίδιο και τα αιτήματα: τερματισμός του πολέμου στο Βιετνάμ, ελεύθερη ζωή. Οι Γερμανοί άρχισαν να μιμούνται τα αμερικανικά «παιδιά των λουλουδιών».

του Γ.ΓΑΛΙΑΝΟΥ

Η πομπή ήταν εντυπωσιακή: ομάδα καθηγητών τυλιγμένων σε ακαδημαϊκές τηβέννους διέσχιζε την αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου του Αμβούργου για να πάρει θέση στις πρώτες σειρές -και ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε: δύο φοιτητές πέρασαν μπροστά τους με ένα πανό που έγραφε «Κάτω από τις τηβέννους, μούχλα από χίλιους χρόνους». Ακολούθησαν φωνές αγανάκτησης, οι φρουροί απομάκρυναν τους ταραξίες από την αίθουσα. Ομως το «κακό» είχε γίνει. Λίγες μέρες αργότερα, το πανό κοσμούσε το εξώφυλλο του περιοδικού «Der Spiegel». Η κοινή γνώμη έβλεπε έτσι για πρώτη φορά μια αυθεντική εικόνα για την εξέγερση των φοιτητών στα γερμανικά πανεπιστήμια.

Το γεγονός αυτό, που συνέβη στις 9 Νοεμβρίου 1967, δείχνει πάντως και δύο άλλα πράγματα: Πρώτον, ότι το γερμανικό 68 άρχισε το 67. Και, δεύτερον, ότι το «Μακρύ καλοκαίρι της αναρχίας», όπως τιτλοφόρησε ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ το χρονικό εκείνης της εποχής, κράτησε τουλάχιστον 15 μήνες. Ολοι, γεμάτοι σημαντικά γεγονότα. Και όχι λίγοι με άρωμα γαλλικού Μάη.

Το πρότυπο της εξέγερσης είχε έρθει, όπως και παντού αλλού, από την Αμερική, το ίδιο και τα αιτήματα: τερματισμός του πολέμου στο Βιετνάμ, ελεύθερη ζωή. Οι Γερμανοί άρχισαν να μιμούνται τα αμερικανικά «παιδιά των λουλουδιών» και αυτό όχι χωρίς επιτυχία. «Η ωραιότερη γενιά Γερμανών που υπήρξε ποτέ» έγραψε η εφημερίδα «Die Zeit».

Η γοητεία της ουτοπίας

Ωστόσο Γερμανοί χωρίς μεθοδικότητα δεν γίνεται. Μέσα σε λίγους μήνες το κίνημα πολιτικοποιήθηκε εντελώς και δη προς τα «έξω» αριστερά. Πουθενά αλλού δεν διαβάζονταν τόσο πολύ τα έργα των τριών μεγάλων «Μ»: Μαρξ, Μάο, Μαρκούζε, καθώς και των κορυφαίων εκπροσώπων της Σχολής της Φραγκφούρτης, όπως οι Χορκχάιμερ, Αντόρνο και Χάμπερμας – χώρια ο «νεαρός» Λούκατς και ο «ώριμος» Μπλοχ. Και πουθενά αλλού δεν αναπτύχθηκαν τόσο πολλές ουτοπίες για τη «συντριβή» του αστικού κράτους και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας με την ανατροπή του καπιταλισμού στη Δύση και του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού στην Ανατολή.

Ο «γερμανικός δρόμος» είχε βέβαια πολλές ιδιαιτερότητες. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν η ιδιότυπη σύγκρουση γενιών: από τη μια οι πατέρες, που είχαν συμμετάσχει στα εγκλήματα του Χίτλερ, απέφευγαν όμως να κάνουν οποιαδήποτε νύξη γι αυτά, από την άλλη τα παιδιά, που ήθελαν να μάθουν την πλήρη αλήθεια. Για δεκαετίες, όπως λέει ψυχολόγος, ο κύριος τρόπος επικοινωνίας ήταν η «επικοινωνιακή αποσιώπηση» και η «απάθεια» – οι βετεράνοι του πολέμου είχαν ξεμάθει να μιλούν και να «θλίβονται». Η πολιτικοποίηση έβγαλε τα δράματα στη «φόρα». Οι νέοι αποκήρυσσαν δημόσια τους παλιούς «θύτες» όχι μόνο από ντροπή, αλλά και επειδή δεν ήθελαν να γίνουν σαν κι αυτούς – συμπράττοντας για παράδειγμα στον αμερικανικό πόλεμο στο Βιετνάμ.

Βιετνάμ, Ιράν, Ελλάδα

Βιετνάμ, Ιράν, Ελλάδα: οι τρεις αυτές χώρες ήταν μόνιμο θέμα της αριστερής αρθρογραφίας. «Το πραξικόπημα: Ενα μάθημα» ήταν ο τίτλος άρθρου της Ουλρίκε Μάινχοφ στο περιοδικό «Konkret» αμέσως μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Το «μάθημα» συνίστατο στο γεγονός ότι κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να συμβεί και στη Δυτική Γερμανία, σε περίπτωση που η ριζοσπαστική αντιπολίτευση επιχειρούσε να πάρει την εξουσία στα χέρια της. Παράλληλα οι διαδηλώσεις εναντίον της χούντας ήταν συχνό φαινόμενο. Και σε αυτό συνέβαλλαν και οι οργανώσεις των ελλήνων φοιτητών και εργατών, που είχαν εξοικειωθεί βαθμιαία με το φοιτητικό κίνημα.

Καθοριστικό ρόλο στην πολιτικοποίηση έπαιξε ο Σύνδεσμος Σοσιαλιστών Φοιτητών (SDS), που αποκλείστηκε το 1961 από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα λόγω «αριστερισμού». Από αυτόν προήλθαν το 1967-68 και οι επιφανέστεροι ηγέτες της Νέας (εξωκοινοβουλευτικής) Αριστεράς. Ο συγγραφέας Πέτερ Σνάιντερ, που έγραφε εκείνη την εποχή τα μανιφέστα του SDS, τους περιγράφει ως μετεμψυχώσεις των ηρώων της Γαλλικής Επανάστασης: «Ο Ρούντι Ντούσκε ακτινοβολούσε την ακεραιότητα του Ροβεσπιέρου, ο Κρίστιαν Σέμλερ θύμιζε τον Μαρά στο μπάνιο να μονολογεί με τα επαναστατικά του οράματα, ο ασκητικός Βόλφγκανγκ Λεφέμπρ είχε κάτι από την ακαταμάχητη λογική του Σαν Ζουστ» γράφει. Και τον Νταντόν, προσθέτει, ενσάρκωνε ο φοιτητής Γκαστόν Σαλβατόρε, ο «Σάντσο Πάντσα» του Ντούσκε, που καταγόταν από τη Χιλή.

Η ταυτότητα του SDS ήταν αποτυπωμένη σε ένα πλακάτ, που κυκλοφόρησε το 1967 με το προφίλ των Μαρξ, Ενγκελς, Λένιν και δύο επιγραφές. Η πρώτη, πάνω από τα κεφάλια: «Ολοι μιλούν για τον καιρό». Η δεύτερη, κάτω από αυτά: «Εμείς όχι». Το πλακάτ αυτό κοσμούσε για χρόνια τους τοίχους αμέτρητων φοιτητικών δωματίων.

Σοσιαλιστές ήταν, σοσιαλισμό ήθελαν: οι εξεγερμένοι νέοι δεν έβαζαν σταγόνα νερού στο κρασί τους. Η μορφή των κινητοποιήσεών τους άλλαζε όμως συνεχώς. Τα πρώτα αθώα Teach in και Sit in – κατά το αμερικανικό πρότυπο – διαδέχθηκαν γρήγορα οι διαδηλώσεις στους δρόμους. Σε αντιδιαστολή ωστόσο από τους διαδηλωτές του «κλασικού» τύπου, οι φοιτητές αυτοί έτρεχαν συνεχώς. Ετσι έγιναν και οι αστυνομικοί δρομείς. Τέτοιο ομαδικό jogging δεν είχε ξαναδεί ανθρώπου μάτι.

Παραδειγματικές δράσεις

Οι «παραδειγματικές δράσεις» – όπως λέγονταν οι συγκρούσεις συμβολικού χαρακτήρα – απέβλεπαν στο να προσελκύσουν την προσοχή του κοινού και να κάνουν δυσκολότερο το έργο των δυνάμεων καταστολής. Αυτό είχε για μερικό καιρό θετική απήχηση. Το φύλλο γύρισε όμως όταν οι διαδηλωτές άρχισαν να δίνουν αιματηρές μάχες με την αστυνομία. Πολλά μέσα ενημέρωσης στράφηκαν εναντίον τους. Το ίδιο και γνωστοί διανοούμενοι, όπως ο Αντόρνο. «Δεν υποτιμώ την προσφορά του φοιτητικού κινήματος» έγραψε το 1969 στο Μαρκούζε. «Αλλά το κίνημα αυτό έχει μέσα του και μια δόση παραφροσύνης».

Η «παραφροσύνη» αυτή είχε σχέση και με μια νέα αντίληψη περί βίας. Η αρχική της μορφή, που συνίστατο στην «παραβίαση των κανόνων», όπως καταλήψεις κτιρίων ή η διακοπή της συγκοινωνίας, και εξέφραζε «διαμαρτυρία» εγκαταλείφθηκε. Στη θέση της μπήκε η «αντίσταση» που εμπεριέκλειε κατ αρχάς «βία κατά πραγμάτων» και εν δυνάμει την ένοπλη βία. «Διαμαρτυρία σημαίνει να σιχαίνεσαι την απανθρωπιά του άλλου. Αντίσταση σημαίνει να καταπιέζεις την απανθρωπιά» έγραψε τον Μάιο του 68 η Μάινχοφ. Δύο χρόνια αργότερα έκανε τα λόγια της πράξη ιδρύοντας τη Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF) ως όργανο καταπίεσης της «απανθρωπιάς».

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι μόνο μικρό μέρος της Νέας Αριστεράς ακολούθησε τη Μάινχοφ στη RAF. Εξίσου αληθές είναι επίσης ότι η «βία κατά πραγμάτων» δεν οδηγεί αναγκαστικά στη «βία κατά ανθρώπων». Ο Ντούσκε, για παράδειγμα, είχε αποδεδειγμένα επιχειρήσει να ανατινάξει μια στρατιωτική εγκατάσταση στο Σααρμπρίκεν – κάτι που δεν έκανε τελικά, επειδή είχε λάθος διεύθυνση. Και μόνο η ιδέα όμως να τραυματίσει άνθρωπο τού προκαλούσε ναυτία. Μόνο που η διάκρισή του ανάμεσα στα δύο είδη βίας δεν ήταν πειστική. «Αντε να εξηγήσεις τώρα στον κόσμο ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ανατίναξη ενός ηλεκτρικού σταθμού και ενός αυτοκινήτου με κόσμο μέσα» έλεγε δημοσιογράφος.

Ο Ντούσκε θύμα της βίας

Η βία είχε ξεκινήσει βέβαια από αλλού – από την αστυνομία και τους «αγανακτισμένους πολίτες». Με πιο επώνυμο θύμα τον ίδιο τον Ντούσκε, που πυροβολήθηκε στο κεφάλι από έναν νεαρό άνεργο στις 11 Απριλίου 1967 στο κέντρο του Βερολίνου, κατάφερε όμως να επιζήσει 12 ακόμη χρόνια.

Πολύ λιγότερο, αντίθετα, επέζησε το φοιτητικό κίνημα. Η διάλυσή του άρχισε το φθινόπωρο του 1968. Στη θέση του μπήκαν διάφορες μικρομεσαίες μαρξιστικές και μαοϊκές οργανώσεις, αλλά και μεγάλα κινήματα χειραφέτησης, όπως το γυναικείο, το ομοφυλοφιλικό και το οικολογικό. Παράλληλα οι νέες μορφές συμβίωσης των φοιτητών άρχισαν να διαχέονται σε όλη την κοινωνία: κοινόβια, παιδικοί σταθμοί, απελευθερωμένος έρωτας. Η μούχλα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου άρχισε έτσι να διαλύεται παντού. Και σήμερα, 40 χρόνια μετά; «Τραβούν» ακόμη οι παλιές ιδέες; Το 68, έλεγε πρόσφατα κοινωνιολόγος, είναι σαν τον σκαραβαίο της Φολκσβάγκεν, για τον οποίο λεγόταν: «Και τρέχει, και τρέχει, και τρέχει» – παρ όλο που έχει αποσυρθεί εδώ και καιρό από την κυκλοφορία.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ