Η Σελίν είναι βαμπίρ-κυνηγός, εκπαιδευμένη να σκοτώνει λυκανθρώπους. Έβγαλε από τη μέση έναν από τους παλιούς των βρικολάκων, που είχε προδώσει τη ράτσα του και τώρα βρίσκεται κυνηγημένη. Τη συνοδεύει ο Μάικλ. Είναι πλάσμα νέας γενιάς, υβρίδιο λύκου και βρικόλακα. Στο προσκήνιο εμφανίζεται ο Μάρκους, ο Πρώτος των βρικολάκων που αναζητεί ένα μενταγιόν-κλειδί, με το οποίο θα βγάλει από την αιώνια φυλακή του τον αδερφό του, Γουίλιαμ, τον Πρώτο των λύκων. Επιπλέον μια ομάδα κομάντος παρακολουθεί τη Σελίν. Δίνουν αναφορά στο μυστηριώδη Αλέξανδρο Κόρβινους, έναν ηλικιωμένο που φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά πώς ξεκίνησε ο πόλεμος ανάμεσα στις δύο φυλές, κάπου στις αρχές του 13ου αιώνα. Φυσικά, η Σελίν θα ερωτευτεί το συνοδό της, Μάικλ, θα έρθει σε σύγκρουση με εξαγριωμένους λύκους, θα κληθεί να αντιμετωπίσει τους πανίσχυρους Πρώτους της κάθε φυλής και θα μας προετοιμάσει για το τρίτο μέρος που -κατά πάσα πιθανότητα- θα κλείσει τη σειρά.
Βάζοντας πολύ νερό στο κρασί μας -πααάρα πολύ νερό για την ακρίβεια- θα λέγαμε ότι η συνέχεια του «Underworld» δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Έχοντας εξαντλήσει στο πρώτο μέρος τις συγκρούσεις τύπου «Matrix», με όπλα και με επίδειξη ασιατικών πολεμικών τεχνών, οι συντελεστές ξεκινούν το έργο με μια αναφορά στο παρελθόν, στις απαρχές της διαμάχης λύκων και βαμπίρ. Αμέσως μετά μας μεταφέρουν στο παρόν, όπου η Σελίν και ο Μάικλ τρέχουν σαν… τις άδικες κατάρες, κυνηγημένοι από το φτερωτό Μάρκους. Η ατμόσφαιρα παραμένει ίδια (σκοτεινιά, μεσαιωνικά χαλάσματα, δάση με ομίχλη, πέτρινα υπόγεια πλημμυρισμένα με νερό), τα ψηφιακά εφέ βοηθούν στην παραμυθένια ατμόσφαιρα του φιλμ και τα πλάσματα που σχεδίασε ο Πάτρικ Τατόπουλος είναι εντυπωσιακά.
Πίνοντας το κρασάκι μας σκέτο, τα πράγματα αλλάζουν. Σε επίπεδο κινηματογραφικού εγχειρήματος το «Underworld: Evolution» απευθύνεται περισσότερο σε ανήλικα παρά σε θεατές με απαιτήσεις. Ο σαματάς της μπάντας και οι οπτικές απάτες απλώς καλύπτουν την αμηχανία των εμπλεκομένων στην παραγωγή, ορισμένες σκηνές βγάζουν γέλιο, ενώ το ασυνάρτητο σενάριο θυμίζει το -επίσης ασυνάρτητο- σατιρικό τραγουδάκι του Χάρι Κλιν που πάει κάπως έτσι: «Το τέρας, αμάν/παίζει κουμ καν/κρατάει σφουγγαρόπανο/και με φωνάζει κόπανο»…
Είδαμε το δίσκο που προορίζεται για ενοικίαση. Το αναμορφικό κάδρο έχει λόγο πλευρών 1,78:1 αντί του αυθεντικού 2,35:1 (δεν έχεις την έντονη αίσθηση του μακρόστενου, αλλά τα θέματα και η δράση είναι κεντραρισμένα, ούτως ώστε να μη χάνεται σημαντική πληροφορία). Η υφή και η ανάλυση της εικόνας είναι εξαιρετικές. Η δερμάτινη στολή της ηρωίδας αστράφτει, το μπλε σκούρο και το μαύρο χρώμα, που χαρακτηρίζουν μεγάλο μέρος των πλάνων, αποδίδονται άψογα, όπως άψογα έχει αποδοθεί το φως από τους πυρσούς που αντανακλά σε πέτρινους παλιούς ή μουχλιασμένους τοίχους.
Η μπάντα ανάβει φωτιές. Σχεδιασμένη για να ξεσηκώνει το θεατή είναι φορτωμένη με πολλά ηχητικά εφέ, με αποτέλεσμα τα τέσσερα ηχεία εμπρός και πίσω από τη θέση θέασης να είναι διαρκώς… απασχολημένα και να μεταδίδουν άριστα την ψευδαίσθηση περιβάλλοντος χώρου. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η χρήση των χαμηλών συχνοτήτων αγγίζει το όριο της κατάχρησης. Στην πρώτη ευκαιρία το .1 κανάλι εξαπολύει ήχους που κάνουν τα τζάμια να τρίζουν και την αδρεναλίνη να ανεβαίνει στα ύψη.