Στην πρώτη επαφή οι εξωγήινοι ήταν καλοκάγαθα όντα που επικοινωνούσαν με χρώματα και μουσική, επιζητώντας την επαφή μαζί μας. Στη δεύτερη το εξωγήινο είδος εκπροσωπούσε ένα γλυκύτατο πλασματάκι που ξέμεινε στη Γη και ήθελε απεγνωσμένα να επικοινωνήσει με τους δικούς του. Η τρίτη επαφή κυριαρχείται από βία. Οι εξωγήινοι έχουν ένα αποκρουστικό πρόσωπο. Χειρίζονται γιγάντιες μηχανές και θέλουν να κυριαρχήσουν στη Γη. Στο οπλοστάσιό τους έχουν ακτίνες που εξαερώνουν την ανθρώπινη σάρκα, πύργους που κινούνται με τρία πόδια και ισοπεδώνουν τα πάντα, καθώς και μεταλλικά πλοκάμια που άλλοτε τρυπώνουν σε σπίτια και κατασκοπεύουν και άλλοτε απομυζούν αίμα.
Όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ στη συνέντευξή του, οι εποχές πολιτικής κρίσης συνοδεύονταν από επιθέσεις εξωγήινων που γέμιζαν τις οθόνες. Τη δεκαετία του 1950 ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος και η κομουνιστική απειλή. Τώρα, μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης, νέοι φόβοι φώλιασαν στην ψυχή των Αμερικανών. Το κλασικό βιβλίο του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς ήταν το τέλειο όχημα για ένα φιλμ που θα ζωντάνευε στην οθόνη την ψύχωση του μέσου πολίτη των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Οφείλουμε να το παραδεχτούμε. Ο Αμερικανός δημιουργός ακολούθησε πιστά το πνεύμα του βιβλίου. Δεν επιμένει τόσο στην έπαρση του ανθρώπου, που συμπεριφέρεται σαν να ήταν απόλυτα δικός του ο πλανήτης. Αφήνει την ιδέα να αιωρείται και εικονογραφεί αυτό που το μικρό μυαλό μας αδυνατεί να συλλάβει. Στο σύμπαν είμαστε μια αμελητέα κουκκίδα. Στον καινούργιο «Πόλεμο των Κόσμων» οι άνθρωποι πεθαίνουν σαν τις μύγες. Άλλοτε σε κλάσματα δευτερολέπτου, χτυπημένοι από μια ακτίνα, και άλλοτε επώδυνα, καρφωμένοι από ένα τεράστιο μεταλλικό πλοκάμι. Ο πολιτισμός καταρρέει και κυριολεκτικά (ολόκληρες πόλεις ισοπεδώνονται) και μεταφορικά: πανικός, ζωώδη ένστικτα, πλήρης απουσία αλληλεγγύης. Οι «αμερικανιές» δεν λείπουν (η κόντρα πατέρα-γιου, ο κεντρικός ήρωας που από το τίποτε μεταμορφώνεται σε κάτι). Ωστόσο, τα επιμέρους στοιχεία του έργου είναι ισχυρά. Οι σκηνές πλήθους, η άψογα αποτυπωμένη ψυχολογία της μάζας κάτω από οριακές συνθήκες, η σκηνογραφία, η «ψαγμένη» φωτογραφία και η εκφραστικότητα της μικρής ηθοποιού Ντακότα Φάνινγκ σε κάνουν να παραβλέπεις τα… ολισθήματα, ακόμα και την παρουσία του Τομ Κρουζ. Του πιο ακριβοπληρωμένου και παράλληλα του πιο συμβατικού και άχρωμου σταρ που έβγαλε το σύγχρονο αμερικανικό σινεμά.
Η έκδοση που κυκλοφορεί στη χώρα μας χαρακτηρίζεται από κορυφαίας ποιότητας εικόνα και ήχο. Το αναμορφικό κάδρο αποδίδει εκπληκτικά και σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια τη δουλειά του οπερατέρ Γιάνουτς Καμίνσκι. Στο πρώτο μέρος επικρατεί το μπλε χρώμα, με το πολύχρωμο μπουφάν της πιτσιρίκας να δίνει στα πλάνα μια αίσθηση ουράνιου τόξου. Ακολουθούν οι τόνοι του πράσινου και στο φινάλε κυριαρχεί το κόκκινο. Συμβάλλει στη δημιουργία μιας παραμυθένιας ατμόσφαιρας σε σκηνές που κάτω από άλλες συνθήκες θα χαρακτηρίζονταν από απίστευτη βαρβαρότητα. Η χρήση λευκού φωτός στα γυρίσματα κάνει τα πλάνα να δείχνουν αδρά, «καμένα», σαν να πρόκειται για εικόνες από ντοκιμαντέρ. Ο ήχος βρίσκεται στα ίδια κορυφαία επίπεδα. Οι μπάντες είναι γεμάτες διαπεραστικούς ήχους και χαμηλές συχνότητες. Είναι από τις λίγες φορές που δοκιμάζονται οι αντοχές και η ποιότητα ενός υπογούφερ.
Τα έξτρα καλύπτουν όλα τα στάδια παραγωγής και εξαντλούνται κυρίως σε συνεντεύξεις και σκηνές από τα γυρίσματα. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ψαχνό στα λεγόμενα των συντελεστών. Όλοι μιλούν για τον επαγγελματισμό του Αμερικανού δημιουργού και για το πώς υπηρέτησαν το όραμά του, ενώ ορισμένοι φτάνουν στην υπερβολή. Βρίσκουν το εγχείρημα φιλοσοφημένο και ανάγουν το μονοδιάστατο και το προφανές σε… βαθυστόχαστο.