Ο χώρος του θεάματος και της rock μουσικής είναι γεμάτος φανταχτερά ρούχα, δημόσιες σχέσεις και ακραίες συμπεριφορές. Τα πραγματικά καλά, απλά και με χαμηλό προφίλ παιδιά που ανεβαίνουν στη σκηνή χωρίς να αλλάξουν ρούχα, μιλάνε και συμπεριφέρονται σαν καθημερινοί άνθρωποι και δεν παίζουν το παιχνίδι των μέσων ενημέρωσης είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσουν και πολύ εύκολο να ξεχαστούν. Τα περιοδικά, οι εφημερίδες και τα κανάλια θέλουν πιπεράτες ιστορίες και ο Rory Gallagher δεν ευκαιρούσε. Δοσμένος ψυχή τε και σώματι στον ένα και μοναδικό μεγάλο του έρωτα, τη μουσική, ο Gallagher ήταν ένας καλλιτέχνης «παλιάς κοπής», από εκείνους που, όπως και ο ίδιος λέει, «Δεν τους φτιάχνουν πια σαν και εσένα» (They Don’t Make Them Like You Anymore). Γνωστός για τις παθιασμένες συναυλίες του, το σπάνιο κιθαριστικό του ταλέντο και το εντελώς προσωπικό συνθετικό του στιλ που γέννησε rock ύμνους, όπως, μεταξύ άλλων, τα εκπληκτικά «Shadow Play», «Bad Penny» και «Tattoo’d Lady» (το πρωτότυπο του πασίγνωστου «Δρόμοι του πουθενά» του Γιώργου Μαργαρίτη), ο Gallagher ήταν κατά βάθος ένας αυθεντικός bluesman. Η ενέργεια που έπαιρνε από τις αντιδράσεις του κόσμου τον μεταμόρφωνε σε έναν από τους πιο δυναμικούς και χαρισματικούς ερμηνευτές, στο στιλ του Bruce Springsteen, και όσοι είχαν τη τύχη να τον απολαύσουν στη συναυλία που έδωσε το Σεπτέμβριο του 1981 στο στάδιο της Νέας Φιλαδέλφειας, και ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, έχουν να λένε για μια αξέχαστη εμπειρία.
Όταν όμως έσβηναν τα φώτα της σκηνής τη σκυτάλη την έπαιρναν η ακουστική κιθάρα, οι blues μελωδίες και οι σαγηνευτικοί ρυθμοί του αμερικανικού Νότου που μπολιάζονταν αρμονικά με την ψυχή και το βαθύ αίσθημα του ιρλανδικού βορρά, από όπου καταγόταν. Ο συνδυασμός ήταν όχι μόνο καταλυτικός αλλά και πρωτοποριακός, αφού το 1969 που ξεκινούσε με το rock τρίο των Taste η Ιρλανδία δεν υπήρχε καν στο διεθνή μουσικό χάρτη
-πόσο μάλλον σε εκείνους της rock και των blues-, ενώ κάτι αντίστοιχο έκαναν την ίδια εποχή μόνο οι πιο ψυχεδελικοί Cream του Eric Clapton για να ακολουθήσουν μετέπειτα οι πιο τραχείς και έντεχνοι Led Zeppelin. Ωστόσο, η ευαισθησία, η γλυκύτητα των μελωδιών και το πάντρεμα της ιρλανδέζικης folk παράδοσης κατά πρώτο λόγο και της jazz κατά δεύτερο προσέδιδαν μια ιδιαιτερότητα στον ήχο του Gallagher που αποτέλεσε εκτός των άλλων και τον μέντορα όλων των μελλοντικών μουσικών και των συγκροτημάτων της γενέτειράς του, όπως οι Thin Lizzy, ο Gary Moore και οι U2.
Η διπλή συλλογή «Big Guns», την οποία επιμελήθηκε ο αδερφός του, Donal, με αφορμή τη δέκατη επέτειο από τον πρόωρο θάνατό του, είναι η πρώτη που καλύπτει όλη την καριέρα του, από τους Taste έως τα blues έργα που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του. Η διαύγεια του SACD δίνει μια νέα ζωή σε όλες τις συνθέσεις, ενώ οι πολυκάναλες μείξεις αποκαλύπτουν τα πολλαπλά επίπεδα των ενορχηστρώσεων που ακόμη και στο CD έμοιαζαν υπερβολικά απλές και άμεσες. Με μόνο μία (ή δύο σε πέντε περιπτώσεις) επιλογή από κάθε δίσκο του και με τρανταχτές απουσίες, όπως, για παράδειγμα, τα πασίγνωστα και αγαπημένα «Moonchild», «Do You Read Me» (από το Calling Card), «Philby» και «Follow Me» (από το Top Priority), το «Big Guns» απέχει πολύ από το να θεωρηθεί πλήρες. Ξεδιπλώνει όμως με απόλυτα αντιπροσωπευτικό τρόπο όλες ανεξαιρέτως τις πλευρές του μοναδικού του ταλέντου και η παρουσία τριών συνθέσεων των Taste και δύο ανέκδοτων εκτελέσεων αποζημιώνουν για κάποιες ελλείψεις που δεν θα πρόσθεταν εξάλλου το παραμικρό στην αποσαφήνιση του προφίλ του χρυσού τέκνου της Ιρλανδίας και ενός από τους πιο παραγνωρισμένους μουσικούς της γενιάς του. Πέρα από ιδανικό για τους νέους και αναγκαίο για τους παλαιότερους φίλους του Gallagher, το «Big Guns» αποτελεί ταυτόχρονα και έναν πολύτιμο οδηγό, αφενός για όλους όσους ενδιαφέρονται για την εξέλιξη των blues και αφετέρου για εκείνους που αναζητούν να γνωρίσουν τον κιθαρίστα που ο Slash θεωρούσε ως τη μεγαλύτερή του επιρροή.