Η πρώτη σου αντίδραση μόλις ξεκινήσει το άλμπουμ των Hal είναι να βγάλεις τα γυαλιά ηλίου από το τσεπάκι του πουκάμισου και να τα φορέσεις. Είναι πολύ το φως που βγαίνει από τα ηχεία. Η δεύτερη είναι να ανακατέψεις νευρικά τα χαρτιά μπροστά σου για να βεβαιωθείς ότι, ναι, σωστά διάβασες προ ολίγου στο δελτίο Τύπου πως οι τέσσερις Hal είναι Ιρλανδοί, και όχι Καλιφορνέζοι όπως θα ορκιζόσουν αφού σχεδόν τους βλέπεις εμπρός σου να σερφάρουν στα κύματα του Ειρηνικού με υπόκρουση τα δύο πρώτα κομμάτια («What A Lovely Dance» και «Play The Hits») που είναι πνιγμένα σε αλά Beach Boys φωνητικές αρμονίες, στις πιο λαμπερές και ευφορικές μελωδίες που έχεις ακούσει εδώ και πολύ καιρό, σε φινετσάτα έγχορδα, σε φαλτσέτο βοκαλισμούς και σε υμνητικά ρεφρέν, ενώ οι πολυεπίπεδες ενορχηστρώσεις μοιάζουν να ακολουθούν απαρέγκλιτα το χρυσό κανόνα του Brian Wilson.
Η επίδραση ωστόσο του σερφ και της δυτικής αμερικανικής ακτής δεν είναι η μοναδική που ανιχνεύει κανείς στο επώνυμο άλμπουμ των Hal, το οποίο είναι και το δισκογραφικό ντεμπούτο τους, έπειτα από πολύ καλές λάιβ εμφανίσεις στο πλευρό συνόλων όπως οι The Delays, Starsailor και Grandaddy. Καθώς τα τραγούδια διαδέχονται το ένα το άλλο, το βάθος και το εύρος που έχουν τα ακούσματα των αδερφών Dave Allen (φωνητικά/κιθάρα) και Paul Allen (φωνητικά/μπάσο), του Stephen O’Brien (κίμπορντς) και του Steve Hogan (ντραμς) γίνονται όλο και πιο συγκεκριμένα: Phil Spector, The Band (το πρώτο σινγκλ των Hal «Worry About The Wind» είναι αφιερωμένο στον εκλιπόντα μπασίστα των Band, Rick Danko), Tim Buckley και Van Morrison (στην μπαλάντα «I Sat Down»), Neil Young («Keep Love As Your Golden Rule»), Little Feat («Don’t Come Running») αλλά και επιρροές αντλημένες από τη βρετανική pop της δεκαετίας του 1980 και από σύνολα όπως οι Housemartins («What A Lovely Dance»).
Μια πολύ ευχάριστη νέα άφιξη στη σκηνή της βρετανικής pop.