27

Το 2003 σημειώθηκε σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας σε μεταποίηση, εμπόριο και υπηρεσίες, ενώ σημειώθηκε κάμψη κερδών στο τουρισμό, όπως προκύπτει από την μελέτη των οριστικών δεδομένων των ισολογισμών και των αποτελεσμάτων χρήσης 26.362 επιχειρήσεων, η οποία παρουσιάζεται στο τεύχος «Η Ελλάδα σε Αριθμούς», που αποτελεί μέρος του Ελληνικού Οικονομικού Οδηγού τον οποίο εκδίδει η Ιcap τα τελευταία 40 χρόνια.

Το 2003 ήταν έτος «χαμηλής πτήσης» για την ελληνική μεταποίηση. Ο ρυθμός αύξησης των πωλήσεων των 5.675 επιχειρήσεων ΑΕ και ΕΠΕ, τα στοιχεία των οποίων περιλαμβάνονται στην μελέτη, επιβραδύνθηκε έναντι του 2002, παραμένοντας χαμηλός (4,4%). Το περιθώριο μικτού κέρδους παρέμεινε σταθερό (21,8%), ενώ η σημαντική άνοδος των λοιπών λειτουργικών εξόδων επέφερε τελικά μείωση των λειτουργικών κερδών του μεταποιητικού τομέα κατά 3,2%.

Από την άλλη πλευρά, η δραστική βελτίωση του μη λειτουργικού αποτελέσματος οδήγησε σε σημαντική διεύρυνση της κερδοφορίας, με το προ φόρου αποτέλεσμα της μεταποίησης να αυξάνεται τελικά κατά 22,5%, ενώ η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων βελτιώθηκε, σε 9,7%.

Το 2003 αποτελεί έτος-ορόσημο, δεδομένου ότι δεν υπήρξε κανείς ζημιογόνος κλάδος στη μεταποίηση, ενώ σε επίπεδο επιχειρήσεων, περισσότερες από τα δύο τρίτα ήταν κερδοφόρες το 2003. Παράλληλα, η δραστική επιβράδυνση του ρυθμού μεταβολής των καθαρών παγίων (διευρύνθηκαν μόνο κατά 1% το 2003, έναντι αντίστοιχου ρυθμού 4,7% το 2002), υποδηλώνει μείωση της επενδυτικής δραστηριότητας στη μεταποίηση. Ο δείκτης δανειακής επιβάρυνσης στη μεταποίηση εμφάνισε οριακή επιδείνωση το 2003, σε 55%.

Στον τομέα του εμπορίου, συνεχίστηκε και το 2003 η ανάπτυξή του. Ο ρυθμός ανόδου των πωλήσεων επιταχύνθηκε σημαντικά σε 9,4%, το δε περιθώριο μικτού κέρδους διευρύνθηκε σε 20,3%. Η αύξηση των μικτών κερδών ήταν ουσιαστικά και ο λόγος της μεγάλης βελτίωσης του λειτουργικού αποτελέσματος (κατά 29,6%) και των προ φόρου κερδών κατά 32.8%. Αντίθετα από ό,τι συνέβη στη μεταποίηση, στο εμπόριο τα μη λειτουργικά στοιχεία δεν επέδρασαν ουσιαστικά στην κερδοφορία.

Συνέπεια των εξελίξεων αυτών ήταν η βελτίωση της αποδοτικότητας των ιδίων κεφαλαίων του εμπορίου σε 21,2%. Το 2003 υπήρξε αυξημένη επιρροή των κερδοφόρων και υποχώρηση του πλήθους των ζημιογόνων εταιρειών. Η συμμετοχή των κερδοφόρων στο σύνολο των εμπορικών επιχειρήσεων αυξήθηκε σε 78,8%. Από την άλλη πλευρά, η συρρίκνωση του ζημιογόνου τμήματος του εμπορίου είναι εμφανής, όχι μόνο λόγω της μείωσης του αριθμού των επιχειρήσεων, αλλά και εξ αιτίας της υποχώρησης όλων σχεδόν των οικονομικών τους μεγεθών.

Το 2003 επήλθε η ανάκαμψη στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Σημαντικό γεγονός ήταν η βελτίωση των προ φόρου κερδών του τομέα τα οποία, μετά τη δραστική υποχώρηση του προηγουμένου έτους, επανήλθαν στα επίπεδα του 2001. Καταλυτική για την εξέλιξη της κερδοφορίας ήταν η συμμετοχή των τραπεζών, οι οποίες κάλυψαν το 73,9% των συνολικών προ φόρου κερδών του τομέα. Το 2003 μόνο δύο κλάδοι παρέμειναν ζημιογόνοι, αυτοί των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος και των ΕΛΔΕ.

Το 2003 δεν ήταν μία καλή χρονιά για τον ελληνικό τουρισμό, όπως προκύπτει και από την εξέλιξη των αφίξεων και ταξιδιωτικών εισπράξεων. Οι εξελίξεις αυτές αντικατοπτρίζονται και στα αποτελέσματα των 3.617 τουριστικών επιχειρήσεων. Οι πωλήσεις τους σημείωσαν ισχνή αύξηση (μόλις 2,5%), ενώ σημειώθηκε κάμψη των μικτών κερδών (κατά 7,1%). Έτσι, το περιθώριο μικτού κέρδους περιορίστηκε σε 22,4%, ενώ δραματική πτώση σημειώθηκε στο λειτουργικό αποτέλεσμα του τομέα.

Αντίστοιχη ήταν και η κάμψη των προ φόρου κερδών, που από 116,9 εκατ. ευρώ το 2002 περιορίστηκαν σε 6,3 εκατ. ευρώ το 2003, το δε περιθώριο καθαρού κέρδους εξανεμίστηκε. Η μείωση αυτή οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στο ζημιογόνο αποτέλεσμα έξι μεγάλων επιχειρήσεων του τομέα. Από την άλλη πλευρά, συνεχίστηκε η επενδυτική δραστηριότητα στον τουριστικό τομέα, η οποία προφανώς συνδεόταν με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τα δε μικτά πάγια των εταιρειών διευρύνθηκαν κατά 14%.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ