36

Αύξηση κατά 1,4% στον κύκλο εργασιών των εταιρεών Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής (ΤΠΕ) παρουσίασε το 2002 η Ελλάδα, σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης για τη δομή, τις στρατηγικές ανάπτυξης και τις προοπτικές του κλάδου που διεξάγεται από το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Πρόκειται για τη δεύτερη καλύτερη επίδοση στην Ευρώπη, με την άνοδο να τροφοδοτείται κυρίως από τις Τηλεπικοινωνίες.

Η μελέτη, που θα ολοκληρωθεί στα μέσα Απριλίου, διεξάγεται με τη χρηματοδότηση της Ειδικής Γραμματείας για την Κοινωνία της Πληροφορίας και με τη συνεργασία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής & Επικοινωνιών Ελλάδας (ΣΕΠΕ) και του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής Βορείου Ελλάδας (ΣΕΠΒΕ).

Οι προβλέψεις για την περίοδο μέχρι το 2006 δείχνουν συνολική ανάκαμψη, με τις υπηρεσίες πληροφορικής και τον κλάδο ηλεκτρονικού εξοπλισμού να επανέρχονται δυναμικά, και τις Τηλεπικοινωνίες να συνεχίσουν να σημειώνουν τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, στην Ελλάδα και διεθνώς.

Παράγοντες που στηρίζουν τις θετικές προβλέψεις για την επόμενη διετία είναι η ταχεία ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, τουλάχιστον για τα προσεχή δύο χρόνια, καθώς και η αυξανόμενη χρήση των προϊόντων πληροφορικής και επικοινωνιών τόσο από τον ιδιωτικό όσο και τον δημόσιο τομέα.

Ο βαθμός διείσδυσης των βασικών νέων τεχνολογιών στις ελληνικές επιχειρήσεις και στον ελληνικό πληθυσμό παρουσιάζει σταθερή ανοδική τάση, με σημαντικό όμως περιθώριο αύξησης των χρηστών και των αγοραστών προϊόντων και υπηρεσιών ΤΠΕ.

Σημαντικός προσδιοριστικός παράγοντας της ζήτησης σε ΤΠΕ είναι και το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για την Κοινωνία της Πληροφορίας και οι δράσεις-παρεμβάσεις που αυτό περιλαμβάνει.

Η χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου που περιλαμβάνεται επίσης στη μελέτη, έδειξε υποχώρηση κατά την τριετία 2000-2002, με δυσμενέστερο σημείο το 2002, αν και οι Τηλεπικοινωνίες παρέμειναν γενικά σταθερές. Ειδικότερα για το χώρο της Πληροφορικής, το 2002 οι επιχειρήσεις εμφανίζουν μείωση του τζίρου τους (-3%), για πρώτη φορά την πενταετία 1998-2002, ενώ τα καθαρά κέρδη υποχωρούν κατά 60%, συνεχίζοντας την κακή εικόνα του 2001 (-30%).

Η μελέτη συγκρίνει επίσης την πορεία των χρηματοοικονομικών μεγεθών του κλάδου με βάση το μέγεθος των επιχειρήσεων, αλλά και την εξέλιξη στα διάφορα τμήματα της αγοράς. Η πτώση κερδοφορίας είναι έντονη, ειδικά στις επιχειρήσεις κάτω των δέκα ατόμων που παρουσιάζουν σημαντικό πρόβλημα βιωσιμότητας. Οι επιχειρήσεις 11 έως 50 ατόμων φαίνεται να αντέχουν περισσότερο στην ύφεση, ακόμα και από τις μεγαλύτερες, κυρίως όμως γιατί στις τελευταίες περιλαμβάνονται μεγάλες ζημιογόνες επιχειρήσεις.

Σημαντικότερες πηγές ανάπτυξης για τον κλάδο φαίνεται να είναι, όσον αφορά στη ζήτηση, η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και η διάδοση των ΤΠΕ σε άλλους αναπτυσσόμενους κλάδους της οικονομίας. Πάνω από το ένα τρίτο του κλάδου δηλώνει αρκετά ή πολύ ικανοποιημένο από την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, ενώ τα τέσσερα πέμπτα του δείγματος προβλέπουν μικρή ή μεγάλη αύξηση της απασχόλησης εντός του 2004.

Παράγοντας ώθησης του κλάδου -όχι όμως από την άποψη της ενίσχυσης του τζίρου- αποτελούν επίσης τα κοινοτικά κονδύλια (Γ ΚΠΣ) και το Πρόγραμμα για την Κοινωνία της Πληροφορίας.

Στα εμπόδια ανάπτυξης του κλάδου καταγράφεται η πειρατεία λογισμικού, το μικρό μέγεθος της εγχώριας αγοράς, το χαμηλό επίπεδο πληροφοριακής κουλτούρας των χρηστών, καθώς και το επίπεδο οργάνωσης των επιχειρήσεων-χρηστών. Η ανάγκη για εξωστρέφεια είναι επομένως πιο έντονη από ποτέ, καθώς μέχρι σήμερα το 63% του κλάδου δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην ελληνική αγορά.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ