27

Οι φορολογούμενοι φαίνεται ότι σήκωσαν κατά κύριο λόγο το βάρος της δημοσιονομικής εξυγίνασης που επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.

Όπως αναφέρει η Ελευθροτυπία, η πολιτική αυτή, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αποδείχθηκε τελικά αναποτελεσματική, καθώς δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει μία στέρεα δημοσιονομική βάση, η οποία μάλιστα επιδεινώθηκε από την αδυναμία περιστολής των δαπανών.

Οι εξελίξεις αυτές αντανακλώνται στο διευρυνόμενο έλλειμμα του προϋπολογισμού, για το οποίο η Κομισιόν προβλέπει ότι θα ξεπεράσει φέτος το 2%, και στο υψηλό δημόσιο χρέος (97,1% του ΑΕΠ).

Τα όποια θετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή αυτής της πολιτικής τα πρώτα χρόνια, αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι δεν ήταν διατηρήσιμα, καθώς η προσπάθεια αποσκοπούσε στην αύξηση των εσόδων, χωρίς όμως να συνδυάζεται από μία ισόρρροπη μείωση των δημόσιων δαπανών.

Μελέτη της ΕΚΤ διαπιστώνει ότι η βελτίωση της εικόνας που εμφάνισαν τα δημόσια οικονομικά της χώρας, η οποία έδωσε και το «εισιτήριο» εισόδου στην ΟΝΕ, στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην αύξηση των φορολογικών εσόδων.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα όπως και οι Γαλλία, Αυστρία και Πορτογαλία, έως το 1997 επιδίωξαν να βελτιώσουν τη δημοσιονομική τους θέση μέσω της αύξηση των φοροεσόδων. Η προσπάθια αυτή ήταν τελικά αναποτελεσματική, καθώς τα όποια επιτεύγματα εξανεμίστηκαν από τις γενναίες παροχές στις οποίες προχώρησαν οι κυβερνήσεις.

Η πολιτική αυτή δημιούργησε μία ασταθή δημοσιονομική βάση, η οποία μάλιστα από το 1999 και μετά κλονίζεται από τις αλλεπάλληλες φορολογικές μεταρρυθμίσεις αλλά και από την αδυναμία των κυβερνήσεων να ελέγξουν αποτελεσματικά τις πρωτογενείς δαπάνες.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ