Όταν το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου 1930 μαζεύτηκαν στο στούντιο της Telefunken στο Βερολίνο οι συντελεστές με σκοπό να κάνουν μια ηχογράφηση με τίτλο ‘Από την Όπερα της Πεντάρας’, το έργο αυτό των Weill και Brecht είχε ήδη κερδίσει μια αξιοζήλευτη θέση στο ρεπερτόριο, θέση την οποία διατηρεί μέχρι τις μέρες μας. Πράγματι, την εποχή εκείνη, δύο χρόνια μετά την πρεμιέρα, όχι μόνο το Βερολίνο αλλά ολόκληρη η Γερμανία ζούσε στον πυρετό της ‘Όπερας της Πεντάρας’· οι μελωδίες του Weill ακούγονταν παντού, οι άνθρωποι τις σφύριζαν και τις τραγουδούσαν, ορχήστρες τζαζ στα μεγάλα ξενοδοχεία και βιολιστές στα διάφορα cafe τις έπαιζαν συνέχεια. Ήταν αδύνατον για οποιονδήποτε -πολύ περισσότερο για τους δημιουργούς του- να προβλέψει την τόσο μεγάλη επιτυχία που θα γνώριζε το έργο. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι, όταν ο Weill ζούσε πλέον στη Νέα Υόρκη, στα τέλη της δεκαετίας του ’30, ανακάλυψε έκπληκτος ότι, αν και οι δίσκοι, όπως και το σύνολο της μουσικής του, είχαν απαγορευθεί στη Γερμανία από τους ναζί, η Telefunken εξακολουθούσε να τους τυπώνει και να τους εξάγει, γι’ αυτό μπορούσε να τους βρει κανείς στα καταστήματα της Αμερικής.
Η ιστορική ηχογράφηση που κυκλοφόρησε στο πλαίσιο της σειράς Telefunken Legacy περιλαμβάνει το σύνολο της -κλασικής έκτοτε- εγγραφής που έγινε το Δεκέμβριο του 1930. Το CD συμπληρώνουν αποσπάσματα από άλλες ηχογραφήσεις της ίδιας περιόδου, όπως η ‘Άνοδος και Πτώση της Πόλης Μαχαγκόνι’, ή η διαφορετική ως προς το ύφος γαλλόφωνη εκδοχή της ‘Όπερας της Πεντάρας’, η ‘L’ Opera de Quat’ Sous’. Επιστρέφοντας στην ‘Όπερα της Πεντάρας’, το γεγονός ότι η διανομή που ακούγεται δεν είναι ακριβώς αυτή της πρεμιέρας δεν μειώνει την αξία της κυκλοφορίας, αφού η ηχογράφηση μεταφέρει όλο τον κυνισμό και την ωμότητα που είναι απαραίτητη στο έργο. Πόσες φορές, άλλωστε, μας δίνεται η δυνατότητα να ακούσουμε ηχογραφήσεις έργων οι οποίες έγιναν παρουσία ή και με τη συμμετοχή του συνθέτη;