Τρομπέτες, κλαρίνα, τρομπόνια, τούμπες, ακορντεόν, γκραν-κάσες, τύμπανα… όργανα που συνθέτουν τους «χάλκινους ήχους» των Βαλκανίων που τόσο έχουν αγαπηθεί τα τελευταία χρόνια, μέσα από τις μουσικές του Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Μια παλιά παράδοση που συναντάται σε όλη σχεδόν τη βαλκανική χερσόνησο και έρχεται έως τις μέρες μας, χάρη στη δύναμη και στη γοητεία του ήχου της. Στην έκδοση αυτή οι ήχοι από τις μπάντες έχουν την τιμητική τους, ταξιδεύοντάς μας στη Σερβία, εκεί που τα χάλκινα έχουν γίνει τα «εθνικά όργανα» της χώρας.
Κρίνοντας κανείς από τις πρωτόγονες αγροκτηνοτροφικές κοινωνίες της περιοχής, όπου έχουν διατηρηθεί αρχέγονα πολιτισμικά στοιχεία, απορεί για το πώς εισήχθησαν τα χάλκινα, όργανα «δυτικά» και εξελιγμένα·δεδομένου ότι η τάση να χρησιμοποιούνται κάθε άλλο παρά αποσπασματική είναι. Την απάντηση την παίρνει εξετάζοντας τα εμπορικά και οικονομικά δίκτυα που υπήρχαν κατά την οθωμανική περίοδο. Οι δρόμοι αυτοί ξεκινούσαν από όλες τις ορεινές και άγονες περιοχές των Βαλκανίων, για να καταλήξουν στην αναπτυγμένη δυτική Ευρώπη. Με την πάροδο των χρόνων δημιουργήθηκε μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη εύπορων εμπόρων, που μεταφύτεψαν πολλά δυτικοευρωπαϊκά στοιχεία στον τόπο τους. Στις -αστικού τύπου πλέον- διασκεδάσεις τους είχαν την ανάγκη για έναν πιο «εξευγενισμένο» ήχο και ένα πιο δεξιοτεχνικό παίξιμο. Οι επαγγελματίες μουσικοί -που συνήθως ήταν Τσιγγάνοι- αφουγκράστηκαν το αίτημα των καιρών και άλλαξαν τα παλιά τους όργανα (ζουρνάδες και νταούλια) με νεότερα, τα οποία προσφέρονταν για διασκεδάσεις σε κλειστούς χώρους, όπως τα αστικά σαλόνια.
Παράλληλα, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα συντελέστηκε η αναδιάρθρωση των γενιτσαρικών ταγμάτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας στα πρότυπα των δυτικών στρατών. Έτσι, μαζί με τους Βαυαρούς εκπαιδευτές, εισήχθησαν πρώτη φορά και στρατιωτικές μπάντες δυτικού τύπου, με ξύλινα και χάλκινα όργανα. Οι (επίσης Τσιγγάνοι στην πλειονότητά τους) μουσικοί κλήθηκαν να μάθουν τα νέα όργανα. Δεν άργησαν να ανακαλύψουν τις ξεχωριστές τους δυνατότητες και να τα υιοθετήσουν στα πανηγύρια που έπαιζαν, διατρέχοντας ολόκληρη τη Βαλκανική. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Μια ιστορία που γράφτηκε στους γάμους και στα πανηγύρια.
Τα νέα όργανα αγαπήθηκαν και διαδόθηκαν ευρύτατα, με κύριους φορείς τους Τσιγγάνους λαϊκούς μουσικούς. Δεν είναι τυχαίο ότι το κλαρίνο (που πρωτοεισήχθηκε και αυτό μέσα από τις οθωμανικές στρατιωτικές μπάντες) σε ένα διάστημα μικρότερο από 150 χρόνια έγινε το «εθνικό όργανο» της Ελλάδας. Ούτε είναι τυχαίο ότι τα χάλκινα αντικατέστησαν παλαιότερα όργανα και μπόλιασαν με την τεχνική και την αισθητική τους το ρεπερτόριο μιας πολύ μεγάλη γεωγραφικής περιοχής, που τώρα βρίσκεται μοιρασμένη σε διαφορετικές χώρες.
Η έκδοση αυτή είναι αφιερωμένη στη σερβική πλευρά του χάλκινου βαλκανικού ήχου. Ένας διπλός δίσκος με ιστορικές ηχογραφήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες έγιναν στο πλαίσιο του φεστιβάλ χάλκινων της Guca. Ένας θεσμός με τεράστια λαϊκή απήχηση, που διοργανώνεται κάθε χρόνο από το 1961. Όλα άρχισαν από την ανησυχία μιας ομάδας ευαισθητοποιημένων Σέρβων για τη μεγάλη μείωση των οργάνων αυτών. Αποφάσισαν λοιπόν να οργανώσουν ένα μουσικό διαγωνισμό για χάλκινα, με κύριο σκοπό τη διάσωση και τη διάδοση αυτής της παράδοσης. Το φεστιβάλ αυτό, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα, δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από το καθεστώς του Τίτο. «Ανατολίτικες» μουσικές που είχαν ως φορείς τους Τσιγγάνους απείχαν πολύ από το σοσιαλιστικό όραμα. Αυτός ήταν και ο λόγος που προσπάθησαν να ελέγξουν (όσο μπορούσαν βέβαια…) το ρεπερτόριο που θα έπαιζαν οι μπάντες. Ο ρόλος του φεστιβάλ ήταν καθοριστικός, καθώς αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για τα όργανα αυτά. Εκεί που τα χάλκινα είχαν σχεδόν σιγήσει, εκτοπισμένα από τα νεότερα όργανα και τους ενισχυτές, αναδείχθηκαν σε εθνικό μουσικό σύμβολο για τη χώρα και πολλοί νέοι άρχισαν να τα μαθαίνουν. Ποιος ξέρει; Ίσως ο ήχος των χάλκινων να αγαπήθηκε τόσο επειδή διαφοροποιήθηκε από την επίσημη μουσική γραμμή του κράτους.
Στην έκδοση αυτή έχουν ανθολογηθεί οι πιο εντυπωσιακές στιγμές από τη μακρόχρονη ιστορία του φεστιβάλ, όπως αποτυπώθηκαν σε μαγνητοταινίες αρχείου και σε δίσκους. Μια δουλειά ιδιαίτερα επίπονη και κοπιαστική, η οποία είναι το αποτέλεσμα μιας ευρύτερης προσπάθειας να εντοπιστούν, να αντιγραφούν και να τεκμηριωθούν ηχογραφήσεις σε μια χώρα που την τελευταία δεκαετία σκιάζεται από τα σύννεφα του πολέμου.
Ακούγοντας κανείς τις ηχογραφήσεις διαπιστώνει τη δημιουργική φαντασία των μουσικών και τον πλούσιο ήχο που μπορεί να δώσει μια μπάντα χάλκινων. Ο υποψιασμένος ακροατής θα διακρίνει τον τρόπο που μια λαϊκή μελωδία μετουσιώνεται χάρη στην επεξεργασία της από μια τέτοια μπάντα. Ακούγονται αργά τραγούδια του τραπεζιού, γρήγορα χορευτικά «kolo» και μια μεγάλη ποικιλία από «cocek», ένα ρεπερτόριο που είναι συνδεδεμένο με τους Τσιγγάνους. Κύριο μελωδικό όργανο είναι η τρομπέτα. Στις ηχογραφήσεις μπορεί κανείς να ακούσει την εκφραστικότητα με την οποία παίζονται οι μουσικές αυτές σε ένα όργανο «δυτικό», κατασκευασμένο για να καλύψει τις ανάγκες μιας μουσικής εντελώς διαφορετικής από αυτή των Βαλκανίων.
Προτείνουμε ανεπιφύλακτα την εν λόγω έκδοση στους φίλους του βαλκανικού ήχου. Μουσικές που πέρασαν τα στενά όρια της Σερβίας και αγαπήθηκαν σε όλο τον κόσμο. Ας ηχήσουν λοιπόν οι σάλπιγγες. Αυτές που κανένα καθεστώς και κανένας πόλεμος δεν κατάφερε να τις κάνει να σιγήσουν.