38

Είκοσι χρόνια συμπληρώθηκαν από το σεισμό των Αλκυονίδων, και ο ανατολικός Κορινθιακός κόλπος εξακολουθεί να συνιστά απειλή τόσο για την Κορινθία και τη Βοιωτία όσο και για την Αττική. Οι γνώσεις των σεισμολόγων για την περιοχή έχουν αυξηθεί, αλλά οι έρευνές τους συνεχίζονται με εντατικότερους ρυθμούς.

Όπως αναφέρει η εφημερίδα Ελευθεροτυπία το Σάββατο, οι έρευνες των σεισμολόγων έχουν εντατικοποιηθεί στην περιοχή. Χαρτογραφούν τις ζώνες σεισμικής επικινδυνότητας και συνεργάζονται με πανεπιστήμια του εξωτερικού στην τοποθέτηση σεισμολογικού παρατηρητηρίου με υπόγεια όργανα στα βάθη του Κορινθιακού κόλπου, για την καταγραφή της συμπεριφοράς των ρηγμάτων.


Για την πληρέστερη αποτύπωση της σεισμικής επικινδυνότητας στον υποθαλάσσιο αυτό χώρο, το Εργαστήριο Σεισμολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών πρότεινε, στο ειδικό συνέδριο που έγινε στο Στρασβούργο στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου 2000, τη δημιουργία υποδομών για την έρευνα και την τεχνολογία.


Για τους σεισμολόγους, ιδιαίτερα επικίνδυνη περιοχή είναι ο υποθαλάσσιος χώρος ανατολικά της Πελοποννήσου, στην περιοχή του νότιου Αιγαίου, όπου σημειώνονται μεγάλοι σεισμοί σε βάθη από 60 έως 120 χιλιόμετρα, και που οι σεισμολόγοι αποκαλούν σεισμούς «ενδιάμεσου βάθους». Στα 100 τελευταία χρόνια έγιναν δύο μεγάλοι τέτοιοι σεισμοί, ο πρώτος στην περιοχή των Κυθήρων στις 11 Αυγούστου 1903 και ο δεύτερος στα Δωδεκάνησα στις 26 Ιουνίου 1926. Και οι δύο είχαν ένταση 7,5 Ρίχτερ και προκάλεσαν πολλές καταστροφές.


Οι σεισμοί ενδιάμεσου βάθους οφείλονται στη λιθοσφαιρική πλάκα της Αφρικής που βυθίζεται κάτω από το νότιο Αιγαίο κατά τρία με τέσσερα εκατοστά το χρόνο. Στο ίδιο αίτιο οφείλεται και η παρουσία ενεργών ηφαιστείων στη Νίσυρο και τη Σαντορίνη.


Οι σεισμολόγοι εκτιμούν ότι στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα οι γεωδυναμικές ιδιότητες είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες και σημαντικές από άποψη επικινδυνότητας. Σεισμοί επιφανείας και ενδιάμεσου βάθους, ενεργά ηφαίστεια και παλιρροϊκά κύματα, όλα μαζί συνθέτουν ένα ασυνήθιστο γεωφυσικό σκηνικό, που κάνει ιδιαίτερα προσεκτικούς τους επιστήμονες.


Ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος, σεισμολόγος του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Αστεροσκοπείου Αθηνών, δηλώνει: «Η ιδιαιτερότητα αυτή απαιτεί ειδική παρακολούθηση. Για το σκοπό αυτόν ξεκινήσαμε ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα με την ενίσχυση του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας. Εγκαθιστούμε ένα δίκτυο σεισμογράφων, για την παρακολούθηση ειδικά του νότιου Αιγαίου, αξιοποιώντας ψηφιακούς και αναλογικούς σεισμογράφους αλλά και παλιρροιογράφους που ήδη υπάρχουν ή θα τοποθετηθούν στην Πελοπόννησο, την Κρήτη και τις Κυκλάδες.


»Με το δίκτυο αυτό, θα πετύχουμε τρεις στόχους: την καλύτερη καθημερινή παρακολούθηση και αξιολόγηση της πορείας της σεισμικότητας, την ακριβέστερη κατανόηση των σεισμικών φαινομένων και την πειραματική παρακολούθηση των μεταβολών της στάθμης της θάλασσας, ώστε στο μέλλον να επιτύχουμε την έγκαιρη ανίχνευση παλιρροϊκών κυμάτων».

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ