Τι πιο δροσερό και ευχάριστο από το να βλέπεις καλοκαίρι μεσημέρι τον Gene Kelly να αυτοσυστήνεται ως ο επίδοξος νεαρός αμερικανός ζωγράφος που ζει στο Παρίσι; Ποιος άλλος ηθοποιός θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα, όταν μάλιστα τον σκηνοθετεί ο Vincente Minnelli; Από την αρχή της ταινίας χαμογελάς με το προσωπικό παιχνιδιάρικο ύφος των αφηγητών, διότι και οι τρεις φίλοι πρωταγωνιστές αυτοπαρουσιάζονται πριν τους δούμε στην εικόνα, και οι παρεξηγήσεις που δημιουργούνται είναι απολαυστικότατες. Το παιχνιδιάρικο ύφος της ταινίας συνεχίζεται με την ανατροπή ενός από τους βασικότερους κώδικες των μιούζικαλ, της παράλληλης παρουσίασης του ήρωα και της ηρωίδας που θα ερωτευθούν. Εδώ, η ηρωίδα παρουσιάζεται ως η αγαπημένη του πιο επιτυχημένου από τους τρεις φίλους, του διάσημου τραγουδιστή ελαφριάς μουσικής, Henri Baurel (Georges Guetary ), γεγονός που δυσκολεύει το συσχετισμό της με το χαρούμενο, αλλά απένταρο Jerry Mulligan (Gene Kelly).
Ο τρίτος φίλος, ο Adam Cook (Oscar Levant), είναι και αυτός απένταρος μουσικός, με φιλοδοξίες διευθυντή ορχήστρας, επίσης Αμερικανός, που έχει έρθει στο Παρίσι με υποτροφία, αλλά η αγάπη του για την τζαζ μουσική τον έχει αφήσει στην αφάνεια.
Οι κόντρες της μουσικής, της οικονομικής κοινωνικής ανέλιξης, μαζί με την ερωτική κατάκτηση, είναι οι πόλοι της ταινίας, το παλιό με το καινούριο στη μουσική, το βαλς με την τζαζ, ο επιτυχημένος τραγουδιστής της εποχής και ο μπατίρης μουσικός του μέλλοντος. Υπάρχουν πολύ όμορφες σκηνές, που περιγράφουν τις διαφωνίες των τριών φίλων πάνω στα μουσικά θέματα, δίνοντας αφορμή για χορό και τραγούδι. Ο Kelly, πάντα παρών, βρίσκει ευκαιρία να χορέψει τρυφερά με τις ηλικιωμένες κυρίες του μπιστρό και να τις παρασύρει σε ένα ξέσπασμα νεότερων ήχων και κινήσεων, προσφέροντας χαρά και ξενοιασιά. Αυτό είναι και το σημαντικότερο χάρισμα του Gene Kelly, που τον καθιέρωσε και τον έκανε αξιαγάπητο στο πλατύ κοινό, πασίγνωστο ανά τον κόσμο.
Το προσωπικό ύφος του Gene Kelly χαρακτήρισε μια μεγάλη περίοδο του αμερικανικού μιούζικαλ. Χορογράφος ο ίδιος, δημιουργεί τις χορευτικές σκηνές των ταινιών στις οποίες παίζει, σκηνές αξέχαστες για τη χάρη και τη δύναμή τους, με αποκορύφωμα το 18λεπτο μπαλέτο του φινάλε, στην ταινία που παρουσιάζουμε. Αντίθετα από τον Fred Astair και άλλους μεγάλους ηθοποιούς, δεν έχει μόνιμη χορευτική παρτενέρ, δεν παίζει δηλαδή με την ίδια χορεύτρια-ηθοποιό σε πολλές ταινίες, και συχνά χορεύει μόνος του. Το αθλητικό του στιλ, σε συνδυασμό με την παιδιάστικη ελαφράδα χαρακτήρισε και όρισε την κινηματογραφική του περσόνα. Το όνομά του και μόνο υποδηλώνει κάτι παραπάνω από έναν απλό ηθοποιό: με τον Gene Kelly περιμένεις οικείες ατμόσφαιρες και συμπεριφορές. Είναι ένας ήρωας που μιλά και χορεύει με τα παιδιά και τους μεγάλους, αντεπεξέρχεται στις δύσκολες καταστάσεις με χαμόγελο και χαρά, με την εγωιστική συμπεριφορά του παιδιού απέναντι σε μια ενήλικη κοινωνία. Περισσότερο κλόουν παρά ερωτικός, χρησιμοποιεί το χορό κυρίως ως μια παρουσίαση του εαυτού του, παρά ως μια πρόσκληση σε ένα ερωτικό κάλεσμα. Δεν φοβάται τη γελοιοποίηση, την έκθεση και το μοναχικό παιχνίδι, αξίες που στη μεταπολεμική Αμερική ήταν διάσημες και ίσως αναγκαίες.
Συγχρόνως, μετά τον πόλεμο, η μετωνυμία της ειρήνης και της ευημερίας -για τους Αμερικανούς- ήταν το Παρίσι. Πολλά μιούζικαλ έγιναν εκείνη την περίοδο με κεντρικό άξονα την περίφημη γαλλική ζωή, και ο Kelly ήταν ο καταλληλότερος για να πρωταγωνιστήσει στην ταινία, ως η μετωνυμία της χαράς και της αθωότητας.
Μέσα σε ένα κατασκευασμένο Παρίσι στα στούντιο της MGM, αναπλάστηκε η μυρωδιά του Παρισιού με τέτοια επιτυχία, που τα ντεκόρ και η καλλιτεχνική διεύθυνση τιμήθηκαν με τα Όσκαρ της χρονιάς. Τα μόνα γυρίσματα που έγιναν στο Παρίσι, είναι τα εξωτερικά πλάνα εισαγωγής των σκηνών του Παρισιού και το μικρό πλάνο της άφιξης στο ξενοδοχείο Ritz, όπου μένει η πλούσια φίλη του Kelly, η Milo (Nina Foch). Μαζί με τη μουσική του Gershiwn, τη φωνή του Guetary και τις χορευτικές ικανότητες της Caron στήθηκε ένα μιούζικαλ που έμεινε ανάμεσα στα καλύτερα όλων των εποχών και σίγουρα το καλύτερο της δεκαετίας του, κερδίζοντας έξι Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και αυτό της καλύτερης ταινίας, χωρίς να διεκδικήσουν Όσκαρ -πράγμα σπάνιο- οι ηθοποιοί. Η δεκαετία ’40-’50 ήταν η χρυσή εποχή των μιούζικαλ της MGM, με παραγωγό το δυναμικό και ευφάνταστο Arthur Freed, ο οποίος προσέλαβε διάσημους σκηνοθέτες του Broadway, όπως τους Minnelli, Busby Berkeley, Stanley Donen και είχε με συμβόλαιο τους καλύτερους χορευτές-ηθοποιούς της εποχής. Τα μιούζικαλ του Arthur Freed χαρακτηρίζονται από τη φρεσκάδα τους και την πιο λειτουργική ενσωμάτωση των χορευτικών μερών μέσα στην αφήγηση. Τολμηρός και πρωτοπόρος, όταν ο Minnelli και ο Gene Kelly του προτείνουν το 18λεπτο φινάλε με το φανταστικό μπαλέτο, το δέχεται ανεπιφύλακτα και το υποστηρίζει. Το θέαμα αυτό χορογραφήθηκε και ετοιμάστηκε από τον Gene Kelly σε έξι εβδομάδες, όσες χρειάστηκαν στον Minnelli για να σκηνοθετήσει παράλληλα μια άλλη ταινία. Όταν γύρισε στο πλατό, όλοι ήταν έτοιμοι να γυρίσουν το υπερθέαμα των έξι ενοτήτων, που διαδραματίζεται σε έξι διαφορετικούς χώρους, με έξι αναφορές σε μεγάλους Γάλλους ζωγράφους.
Σίγουρα, όσοι ξαναδούν την ταινία, θα παρατηρήσουν ότι πολλά μουσικά της μέρη τα έχουν ψιθυρίσει κατά εποχές, χωρίς να θυμούνται από πού έρχονται, και θα απολαύσουν μια καινούρια κόπια με λιγότερο κορεσμένα χρώματα από τα κλασσικά Technicolor, που, πολύ επιτυχημένα, δημιουργεί την αίσθηση της πατίνας του χρόνου.