Η ζωή είναι ωραία. Ναι, πράγματι, αν υπάρχουν στη ζωή άνθρωποι σαν τον Benigni, είτε αυτοί κάνουν σινεμά είτε όχι. Μια σπουδαία ταινία, μοντέρνα και τολμηρή, που σίγουρα δεν πρέπει να χάσετε. Μια ταινία που δικαίως τιμήθηκε στις Κάννες με το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο και συγκινεί με το απίστευτο χιούμορ της και την εκπληκτική της σκληράδα. Αφελής ο Benigni; Αν ακούσατε κάτι τέτοιο, για κάποιον άλλο θα μιλούσαν. Ο Benigni τολμά να αποδείξει ότι η χαρά είναι δύναμη, ότι η αισιοδοξία βάζει κάτω δέκα Ράμπο, ότι μπορεί να υπάρξει ζωή υψηλής ποιότητας, χωρίς “μεγάλες” και “απόλυτες” αλήθειες. Προτείνει νέο ήθος. Ο Benigni υποδύεται τον υπέροχο Guido, που ζει στην προπολεμική Ιταλία και ο οποίος ερωτεύεται, διεκδικεί και κερδίζει τη γυναίκα των ονείρων του, δίνοντας μια νέα διάσταση και στα τρία αυτά ρήματα. Με την Dora (την οποία υποδύεται η πραγματική του γυναίκα, η ερωτικότατη, Nicoletta Braschi) αποκτούν ένα γιο που μεγαλώνει μέσα στην περίοδο της προετοιμασίας του πολέμου. Συνθήματα, όπως “εβραϊκό μαγαζί”, γραμμένα με σπρέι έξω από το μαγαζί του Guido, μας αποκαλύπτουν, κάπου στα μισά της ταινίας, ότι είναι Εβραίος. Μόνο τότε ή μάλλον από εκείνη τη στιγμή, όλη αυτή η ξεκαρδιστική κωμωδία αρχίζει να αποκτά μια άλλη ποιότητα μέσα από τη βαθιά ανατρεπτική αντίληψη για τη ζωή που έχει ο πατέρας. Όταν ο γιος του τον ρωτά γιατί σε μερικά μαγαζιά δεν επιτρέπεται η είσοδος “στους Εβραίους και τους σκύλους”, ο πατέρας απαντά ότι ο καθένας μπορεί να μη δέχεται αυτούς που δεν του αρέσουν στο μαγαζί του και έτσι αποφασίζουν από κοινού να απαγορεύσουν στο δικό τους μαγαζί την είσοδο στις αράχνες (που δεν τις χωνεύει ο μικρός) και στους Βησιγότθους (που δεν τους χωνεύει ο μπαμπάς). Την ημέρα των πέμπτων γενεθλίων του μικρού, οι Γερμανοί τούς συλλαμβάνουν και τους στέλνουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Από εδώ και πέρα, η κωμωδία σταματά και το μεγάλο παραμύθι αρχίζει. Ο μπαμπάς προσποιείται ότι βρίσκονται σε ένα μεγάλο παιχνίδι με καλούς και κακούς, που αν ο μικρός το παίξει καλά, θα κερδίσει ένα μεγάλο πραγματικό τανκ. Και το κερδίζει! Όλη αυτή η ιστορία που επινοείται από τον πατέρα για να σώσει το γιο του ακούγεται παράλογη (οι σοβαροφανείς την είπαν αιρετική), αλλά αποκαλύπτει τραγικά το παράλογο του ίδιου του πολέμου και ανατρέπει μέσα από μια καυστικότατη σάτιρα τα δεδομένα: “Μπαμπά, δεν είναι παιχνίδι. Ακουσα κάποιον να λέει ότι μας κάνουν σαπούνι και μας καίνε!” -“Μα τι λες, Giosue, πάλι σε κορόιδεψαν. Είναι δυνατόν να μας κάνουν σαπούνι; Να πλένω τα χέρια μου με το Βαρθολομαίο; Έχεις ακούσει ποτέ να καίνε ανθρώπους; Τι, δεν έχουμε φωτιά, φέρτε έναν άνθρωπο; Πώς, δεν καίγεται καλά, είναι ακόμη βρεγμένος;” Με πολύ πόνο, τέχνη, λεπτές ισορροπίες και απόλυτη συνείδηση της πραγματικότητας, ο Benigni αφηγείται μέσα από μουσικές, ρυθμό και χρώματα τη δική του ιστορία, μια παραβολή ουσιαστικά, χωρίς βάρος, κάνει ένα άλλου τύπου σινεμά, πιο συναρπαστικό, πιο ευχάριστο, πιο ουσιαστικό. Και αν η συνήθεια μας σπρώχνει στις οικείες θεματικές και σε οικείους φόβους (πω, πω, ταινία για την κατοχή, βαριά θα είναι), είναι καιρός να συνηθίσουμε άλλα πράγματα.