Βασισμένη σε βιβλίο του Ράσελ Μπανκς και με διαρκείς αναφορές στο παραμύθι του Χάμελιν (η ιστορία του άγνωστου με τον αυλό που σώζει την πόλη από τους ποντικούς αλλά, όταν οι κάτοικοι αρνούνται να τον πληρώσουν, μαγεύει τα παιδιά και τα παίρνει μαζί του), η νέα δουλειά του Αρμενο-Καναδού σκηνοθέτη ξυπνά τις αισθήσεις με πλάνα άψογης αισθητικής, μουσικές του Μάικλ Ντάνα, ερμηνείες αξιώσεων αλλά και το ίδιο το θέμα. Μια πόλη θρηνεί τα παιδιά της μέχρι τη στιγμή που ένας δικηγόρος πείθει τους γονείς να κάνουν τη θλίψη τους οργή και να ζητήσουν αποζημίωση από τους υπεύθυνους. Αυτομάτως, όλοι κλείνουν τα μάτια στην πραγματικότητα. Όσοι πενθούν ανακουφίζονται βγάζοντας στη φόρα τα μυστικά των άλλων, κάποιοι γίνονται εχθροί με εκείνους που συνιστούν ψυχραιμία και ο ίδιος ο υποκινητής βλέπει την υπόθεση ως μια ευκαιρία να ξεχάσει ένα προσωπικό δράμα, την κόρη του που είναι ναρκομανής και φορέας του AIDS. Όμως ένα παιδί (κουτσό παιδί, για να μην ξεχνάμε το παραμύθι) θα βροντοφωνάξει την αλήθεια και τα υποκατάστατα θα καταρρεύσουν σαν χάρτινος πύργος. Το “Ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”, όπως είναι ο ξένος τίτλος, ξενίζει τον ανυποψίαστο θεατή (για αρκετή ώρα δεν ξέρεις αν βλέπεις γεγονότα του παρελθόντος ή του παρόντος) αλλά σύντομα τον παρασύρει στη μαγεία του όντας ένα οπτικοακουστικό αριστούργημα. Στο βίντεο μην περιμένετε πολλά πράγματα. Η κόπια που είδαμε, είχε εικόνα μέτριας ανάλυσης κομμένη σε 4:3 (το υποτυπώδες pan and scan δεν σώζει την κατάσταση) και ήχο μέτριο, μονοφωνικό.