Ένας από τους συνθέτες που δεν αναγνωρίστηκε στην όπερα, μολονότι άφησε πίσω του έξοχα έργα, ήταν ο Handel. Πράγματι, ο Handel είχε διαπρέψει στην όπερα, αν και έχει περάσει στην αθανασία με τα υπέροχα ορατόριά του (βλ. Μεσσίας). Κρίμα, γιατί πολλά από τα έργα όπερας που συνέθεσε ήταν υπέροχα (Tamerlan, Orlando, Agrippina). Ευτυχώς που τα τελευταία χρόνια αποκαταστάθηκε η φήμη του, όπως συμβαίνει εξάλλου με τους περισσότερους συνθέτες στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό σκηνικό, που αναζητά το καινούργιο με αγωνία και το αγκαλιάζει με περίσσια στοργή και αγάπη. Το φεστιβάλ του Glyndebourne, ένα από τα πιο φημισμένα φεστιβάλ όπερας της Ευρώπης και του κόσμου, ξεκίνησε στη δεκαετία του ’30, παρουσιάζοντας κυρίως όπερες του Mozart (πολλές παραγωγές της εποχής ηχογραφήθηκαν και αποτελούν εξαιρετικές εκτελέσεις). Τις τελευταίες δεκαετίες όμως (και κυρίως την εποχή του Bernard Haitink που ανέλαβε διευθυντής παραγωγής το 1977 και στη συνεχεία ο Sir Peter Hall στο ίδιο πόστο από το 1984 ως το 1990 ) έχει κάνει στροφή στο ρεπερτόριο, ανεβάζοντας έργα δύσκολα ή έργα που σπάνια ανεβάζονται στη σκηνή. Ένα από αυτά είναι και η παρούσα παραγωγή, που μας έρχεται με πολλές περγαμηνές, μία παράσταση που βιντεοσκοπήθηκε μόλις φέτος το καλοκαίρι και μας έρχεται φρέσκια φρέσκια να την παρακολουθήσουμε στον οικιακό μας κινηματογράφο.
Στη Rodelinda έχουμε να κάνουμε με μία τυπική ιστορία, που το παιχνίδι του έρωτα και της ραδιουργίας, της εξουσίας και της διαφθοράς, που έχει στο επίκεντρο την όμορφη Rodelinda, σύζυγο του βασιλιά Bertarido, ως αντικείμενο του πόθου και της ραδιουργίας των άλλων ηρώων. Σας φαίνονται παρωχημένα αυτά; Κι όμως. Πώς ενεργεί ο σκηνοθέτης για να μη φαίνεται η παράσταση αυτή σαν μουσειακό έκθεμα, με τραγουδιστές ακίνητους σαν αγάλματα που απλά επιδίδονται σε φωνητικές ασκήσεις; Τι κάνει για να μην παρουσιάζεται αυτή η όπερα σε μία καλή μεν, συμβατική δε παράσταση; Μα φυσικά επιλέγει τη σκηνοθετική γραμμή του να έχει σύγχρονες αναφορές. Η ιστορία μεταφέρεται σε μία αληθινά ταραγμένη χρονική περίοδο του αιώνα μας, το μεσοπόλεμο. Ποια είναι τα μέσα που επιλέγει ο σκηνοθέτης και καθοδηγητής των ερμηνευτών; Μία νατουραλιστική ερμηνεία; Μία εξπρεσιονιστική ερμηνεία; Κάτι ενδιάμεσο; Μπορεί. Εμείς σας λέμε ότι απλά επιλέγει να περάσει και στο σκηνικό και τη σκηνοθεσία και την καθοδήγηση των ερμηνευτών, το κλίμα του βωβού κινηματογράφου. Πιστεύετε ότι δεν ταιριάζει; Κι όμως. Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι καλύτερο και καταλληλότερο για να αναχθεί και να αναδειχθεί αυτό το έργο του Handel στην εποχή μας. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής: δεν προσφέρονται όλα τα έργα της όπερας για σύγχρονη μεταφορά τους. Είναι μερικά που καλό είναι να παρουσιάζονται όπως τα φαντάστηκε ο συνθέτης στην εποχή τους. Δεν μπορείς λοιπόν ούτε την Κάρμεν, ούτε την Τόσκα να τις τοποθετήσεις στη σύγχρονη εποχή. Το “Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ”, για παράδειγμα, (που το έχουμε παρουσιάσει παλιότερα), μπορείς παρά το γεγονός ότι πρωταγωνιστούν μυθολογικοί ήρωες και τέρατα. Έτσι και τώρα στη Rodelinda, που σε κάθε άλλη περίπτωση θα μύριζε ναφθαλίνη με μία κλασική προσέγγιση ή θα φαινόταν τουλάχιστον αστεία μία μοντέρνα μεταφορά της, ο Jean-Marie Villιgier βρήκε τη χρυσή τομή και αποφεύγει και την τυπικότητα και τη γελοιότητα, στην οποία έχουν υποπέσει πολλές μοντέρνες διασκευές κλασικών έργων. Και εδώ που τα λέμε, πώς θα μπορούσαν να αποδοθούν θεατρικά φράσεις όπως: “Υπολογίζει πιο πολύ τη ζωή μου από την αρετή της”, που αναφωνεί κάποια στιγμή ο Bertarido για την πιστή και γενναία σύζυγό του Rodalinda. Αυτά ως προς το θεατρικό σκέλος της παραγωγής. Τι γίνεται όμως ως προς το μουσικό; Ξεκινάμε λέγοντας ότι στη μουσική διεύθυνση βρίσκεται ο άρχοντας του πόντιουμ της πρώιμης μουσικής, ο William Christie, τον οποίο έχουμε απολαύσει σε πολλές και έξοχες δισκογραφικές εκτελέσεις. Και εδώ ο Christie χρωματίζει έξοχα αυτό το υπέροχο έργο μοναδικής μουσικής ομορφιάς και δύναμης του Handel. Οι ερμηνευτές είναι όλοι του εξαιρετικοί, προεξαρχούσης της κεντρικής ηρωίδας Anna Caterina Antonacci, ελκυστικής και σαγηνευτικής φιγούρας. Εξαιρετικός είναι στο τραγούδι του ο Andreas Scholl ως Bertarido, που δίκαια αποθεώνεται στο τέλος της παράστασης από το απαιτητικό κοινό του Glyndebourne. Απολαυστική είναι η Louise Winter ως μετανοούσα και τέως ραδιούργα Eduige. Εξίσου απολαυστικός είναι και ο Garibaldo του Umberto Chiummo και ο Grimoaldo του Kurt Streit. Συνολικά, πρόκειται για μία παράσταση που τη συστήνουμε ανεπιφύλακτα και που είμαστε σίγουροι ότι θα σας κερδίσει και θα γεμίσει ευχάριστα 3 ώρες από το χρόνο σας, στον οικιακό σας κινηματογράφο. Εξάλλου, δείτε και κάποια άλλη προοπτική. Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ένα μεγάλο λυρικό θεατρικό έργο ή ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός. Μη λυπάστε λοιπόν όσοι δεν πήγατε στο Glyndebourne, καθώς έχετε την ευκαιρία να παρακολουθήσετε μία έξοχη παράστασή του στο σπίτι σας.