«Όπως ο Υάκινθος στο Μύθο από άνθρωπος έγινε λουλούδι, για να ζει πάντα με κάποια μορφή, έτσι και η μουσική γλώσσα αυτού του τόπου: από κοινό βίωμα, ζωντανό στη λαλιά του καθενός, μεταμορφώνεται σιγά σιγά σ’ ένα λουλούδι -σαν μια πηγή λαλέουσα». Με τα λόγια αυτά ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος, που έως τώρα τον ξέραμε μόνον ως προικισμένο νέο δεξιοτέχνη στο κλαρίνο, μας εισάγει στο έργο του. Δεκατρία «ενδοσκοπικά» κομμάτια μάς ξεναγούν στις μουσικές καταβολές του δημιουργού τους και όλα μαζί συνθέτουν τη μουσική του πρόταση: ήχοι βαθιά ριζωμένοι στο μουσικό μας «οικοσύστημα», που όμως εξακολουθούν να μας αφορούν σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά… Το κομμάτι «Υάκινθος» ανοίγει την έκδοση, μετά από έναν αυτοσχεδιασμό σε καβάλ (μακριά ξύλινη φλογέρα από τη Θράκη). Ακολουθεί το «Βακχικό», το οποίο επικαλείται την έκσταση, τον πόθο για υπέρβαση που διέπει κάθε βιωματική σχέση με τη μουσική. Άλλωστε το πρώτο μέρος του κομματιού, το «Διάτονον», παραπέμπει άμεσα στο χορό της πυροβασίας των αναστενάρηδων… Το δεύτερο μέρος, ο «Μεθόριος ήχος» με το χαρακτηριστικό ρυθμό του μαντηλάτου, μας οδηγεί σιγά – σιγά στην κορύφωση, που ολοκληρώνεται με το τρίτο μέρος, το «Αυλού κατασπασμός». Μετά την έκσταση, στον αντίποδά της, έρχεται το τραγούδι «Ηλιογέννητη (το όνειρο)», που ερμηνεύει ο Αλέξης Παρχαρίδης. Θέμα του η βαθύτερη σχέση του ονείρου και του έρωτα, με το προαιώνιο ερώτημα του ανθρώπου: «Του ανέμου ψυχή κι εγώ, πώς θα σωθώ, να μάθω πού πηγαίνω?» Η απάντηση αφοπλιστική, πηγάζει απ’ το ίδιο το τραγούδι: «Αν θες να μάθεις πού θα πας και να σωθείς γυρεύεις παιδί να γίνεις μάτια μου στο μύθο να πιστεύεις». Η «Σκεπαστή αγορά», ένα κομμάτι με ζουρνάδες και νταούλια, είναι αφιερωμένη στους τσιγγάνους και τις μουσικές τους. Οι «δάσκαλοι που ήταν την ίδια ώρα και ντόπιοι και ξένοι, γηγενείς και άποικοι» ήταν και παραμένουν σημαντικότατοι φορείς της μουσικής της στεριανής Ελλάδας, στην οποία έχει τις καταβολές του ο Αχαλινωτόπουλος. Στις μουσικές των τσιγγάνων είναι αφιερωμένα και τα κομμάτια «Εισαγωγή στο Rom» και «Rom». Αυτή τη φορά όμως, σημείο αναφοράς είναι οι τσιγγάνοι της διασποράς, με μουσικές που διατρέχουν τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η «Ηχώ» μάς μεταφέρει στη μουσική της Ηπείρου. Οι φωνές με τα χαρακτηριστικά ποικίλματα που συναντάμε στα πολυφωνικά τραγούδια, έρχονται να πλεχτούν με τους αυτοσχεδιασμούς του κλαρίνου και τους ρυθμούς σ’ ένα πολύ «αισθαντικό» αποτέλεσμα. Οι «Γέφυρες» προκύπτουν από τη συρραφή τριών παραδοσιακών σκοπών: το κομμάτι αρχίζει μ’ ένα αρμένικο τραγούδι και τελειώνει μ’ έναν ποντιακό «Μακρύ Σκοπό», για να επικαλεστεί γι’ άλλη μια φορά τις σχέσεις και αλληλεπιδράσεις των πολιτισμών. Τότε, που δεν είχαν ακόμη προκύψει τα εθνικά κράτη και που η Πόλη φιλοξενούσε 17 διαφορετικές εθνότητες… Στις «Γέφυρες» συμμετέχει ο Ara Dinkgian (ούτι και cubus). Προτελευταίο κομμάτι της έκδοσης το «Δοξαστικό». Ένα «κράτημα εξωτερικής μουσικής σε πλάγιο του α’ ήχο», που μας μεταφέρει στο έντεχνο σκέλος της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, τη βυζαντινή μουσική. Ψάλλει ο Χρήστος Χαλκιάς. Ο δίσκος κλείνει με τη «Φωτογραφία». Πρόκειται για το μουσικό θέμα του πρώτου κομματιού, του «Υάκινθου», αυτή τη φορά όμως με διαφορετική επεξεργασία και ενορχήστρωση. Σαν η μουσική περιπλάνηση να έχει κλείσει τον κύκλο της και να επιστρέφουμε -πλούσιοι σε εμπειρίες και αισθήσεις- στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε… Στον «Υάκινθο» του Αχαλινωτόπουλου περιλαμβάνονται ήχοι κι αισθήσεις από μουσικές που ακούγονται ολοένα και πιο σπάνια… Κι αυτό που δίνει ξεχωριστή αξία στην έκδοση είναι ότι ο δημιουργός δεν περιορίστηκε στο να παραθέσει δείγματα από τις πολύ πλούσιες μουσικές του εμπειρίες, αλλά εισχώρησε σε βάθος καταθέτοντας μια ουσιαστικότερη «συνομιλία» μαζί τους. Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η αναφορά στο μύθο του Υάκινθου. Ο Υάκινθος ήταν ένας νέος απ’ τη Σπάρτη τόσο ωραίος, που τον είχε ερωτευτεί ο Απόλλωνας. Ο έρωτας του Φοίβου όμως, προκάλεσε τη ζήλια του Ζέφυρου. Έτσι, όταν κάποτε ο Απόλλωνας έριξε το δίσκο του, ο Ζέφυρος επενέβη στην πορεία του και ο Υάκινθος χτυπήθηκε θανάσιμα στο κεφάλι. Ο Απόλλωνας, βαθύτατα λυπημένος, μετέτρεψε το σώμα του νεκρού νέου στο ομώνυμο λουλούδι, ώστε να ζει για πάντα!.. Αν βάλουμε στη θέση του νέου την παραδοσιακή μουσική και στη θέση του δίσκου του Απόλλωνα τις κοσμογονικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τα τελευταία χρόνια, τότε είναι εύκολο να καταλάβουμε πολλά για την πορεία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής… Ευτυχώς όμως, που ο έρωτας του θεού της μουσικής, του Απόλλωνα για τον ωραίο νέο (τη μουσική αυτή), μεταμορφώνει το άψυχο σώμα του σε λουλούδι. «Ένα λουλούδι, όπου ίσως να μη θέλουν πια όλοι να το καλλιεργήσουν, αλλά όλοι ποθούν να το μυρίσουν, να γευτούν το άρωμά του, γιατί όλοι ξέρουν ότι το λουλούδι αυτό κρύβει κάτι δικό τους, κάτι δικό μας, κάτι απ’ το άρωμα του τρόπου του τόπου…». Ο Αχαλινωτόπουλος μας προσφέρει με τον «Υάκινθο» τη μυρωδιά του λουλουδιού αυτού, μ’ όλες τις συμβολικές του προεκτάσεις. Ποιος είπε ότι η μουσική απευθύνεται μόνο στ’ αυτιά?