Η Ουάσιγκτον άφησε την Κυριακή 26 Ιουλίου περιθώριο για διπλωματία, έχοντας παύσει τις αεροπορικές επιθέσεις στο Ιράν. Ωστόσο, δεν έχει καταφέρει να κάμψει την επιμονή της Τεχεράνης να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ. Ο άνθρωπος που γνωρίζει άριστα τι σημαίνει να βομβαρδίζεις το Ιράν, εξηγεί με τον πλέον παραστατικό τρόπο που εδράζεται αυτή η επιμονή των Ιρανών.

Το έργο της ασφαλούς διέλευσης των Στενών είχε ανατεθεί στην Τεχεράνη βάσει της παραγράφου 5 της Συμφωνίας της 17ης Ιουνίου. Όταν όμως οι Αμερικανοί παραβίασαν και αυτόν τον όρο, ο πόλεμος ξανάρχισε.

Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε δηλώσει ήδη από τον Μάιο ότι το Ιράν είχε εξουδετερωθεί. «Δεν έχει πλέον αεροπορία· έχει εξουδετερωθεί. Δεν έχει πλέον συστήματα αεράμυνας· έχουν εξουδετερωθεί. Τα ραντάρ του έχουν εξουδετερωθεί»

Συνεπώς, θα έπρεπε να έχει εξασφαλιστεί η διέλευση των Στενών.

Όπως όμως εξήγησε στην εκπομπή The Diary Of A CEO, ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο Ρόμπερτ Άντονι Πέιπ, με ειδίκευση σε ζητήματα εθνικής και διεθνούς ασφάλειας, με έμφαση στην αεροπορική ισχύ, αυτό το όπλο που διαθέτει το Ιράν ανέπαφο είναι τα drones. «Δεν μπορούμε να το εξουδετερώσουμε, και είναι υπεραρκετό για να προκαλέσει ζημιά. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα».

Σημειώνεται ότι ο Πέιπ είναι ο άνθρωπος που έστησε από τη δεκαετία του 1990 το πρόγραμμα σπουδών της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας κάνοντας προσομοιώσεις για έναν πόλεμο με το Ιράν.

Οι στόχοι που κατέστρεψαν οι Αμερικανοί, λέει ο Πέιπ, δεν χρειάζονταν στους Ιρανούς για να διατηρήσουν τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ. Τα drones είναι αυτά που τους προσφέρουν πανίσχυρη μόχλευση.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο για τον πανίσχυρη αμερικανική και ισραηλινή αεροπορία να καταστρέψουν τα ιρανικά drones ακόμα και με ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς;

 Δείτε το απόσπασμα

Το «πείραμα»

Ο λόγος είναι ότι οι Ιρανοί κρύβουν τα drones, τα οποία έχουν το μέγεθος ενός αγροτικού αυτοκινήτου, παντού.

«Οι άνθρωποι ακούνε ότι «καταστράφηκε το Χ%» ή «το Ψ%» και γι’ αυτό κάνουν αυτή την ερώτηση. Όμως, αν κοιτάξετε αυτόν τον χάρτη, αυτά τα drones Shahed-136 θα μπορούσαν κυριολεκτικά να βρίσκονται οπουδήποτε μέσα σε  μια ακτίνα των 500 μιλίων […] περίπου μιάμιση φορά το μέγεθος της Καλιφόρνιας».

Για να εξηγήσει το πρόβλημα ο Πέιπ, χρησιμοποίησε ένα γυάλινο μπολ στο έριξε μια στρώση με χώμα, προσομοιάζοντας σε μια τεράστια ορεινή περιοχή του Ιράν. Αμέσως μετά έριξε πορτοκαλί μικροσκοπικές μπίλιες που η κάθε μια αντιπροσωπεύει ένα drone. Στη συνέχεια κάλυψε αυτά τα drones ξανά με άμμο.

Έπειτα προστίθενται νέα drones σε άλλα σημεία, τα οποία επίσης κρύβονται πίσω από βουνά και φυσικά εμπόδια, που είναι η προηγούμενη άμμος.

Η διαδικασία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, δημιουργώντας πολλαπλά «στρώματα» από κρυψώνες.

«Και μιλάμε για μια ορεινή περιοχή. Γι’ αυτό το πρόβλημα δεν είναι μόνο δισδιάστατο· είναι τρισδιάστατο» εξηγεί. «Με άλλα λόγια, είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν από αέρος. Αν όμως στείλω ανθρώπους στο έδαφος, μπορούν να αρχίσουν να τα ανακαλύπτουν».

Γι αυτό και οι Ιρανοί δεν τα τοποθετούν όλα μαζί, αλλά σε διαδοχικά στρώματα. «Έτσι, ακόμη κι αν βρεις ένα, θα χρειαστεί να δουλέψεις πολύ σκληρά για να φτάσεις στα υπόλοιπα. Θα πρέπει να τα εξουδετερώνεις ένα-ένα ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε μικρές ομάδες».

Τον Απρίλιο οι Ιρανοί παρήγαγαν περίπου 55.000 drones ετησίως και τα προμήθευαν στη Ρωσία. «Σκέψου το αυτό. Πρόκειται για χιλιάδες drones κάθε μήνα. Γιατί να μην έχουν κατασκευάσει άλλες 5.000 ή 10.000 μονάδες από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα;» αναρωτιέται.

Έτσι ο ειδικός εξηγεί πως αν θέλουν οι Αμερικανοί να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ δεν αρκεί να πούνε ότι βρήκανε μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες από αυτά τα drones.

«Πρέπει να πείσεις τις ναυτιλιακές εταιρείες ότι τα πλοία τους είναι ασφαλή και όπως υπογραμμίζει «Οι ναυτιλιακές δεν υπακούν σε εντολές του Πενταγώνου. Δεν μπορείς να τους διατάξεις να περάσουν από τα Στενά, γιατί τα πλοία είναι πανάκριβα» και «ούτε τα ίδια τα πληρώματα θέλουν να χάσουν τη ζωή τους. Γι’ αυτό βλέπετε σήμερα περισσότερα πλοία να εγκαταλείπουν την περιοχή απ’ όσα εισέρχονται. Οι πλοιοκτήτες δεν πρόκειται να αναλάβουν αυτό το ρίσκο».