Κατασκοπεία στις Ένοπλες Δυνάμεις: Το άρθρο 298 στο ν. Δένδια ανοίγει τη συζήτηση περί ελληνικής ιθαγένειας
Η Χρυσαφώ Τσούκα, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ μιλώντας στο in χαρακτηρίζει τη ρύθμιση αντισυνταγματική σημειώνοντας ωστόσο πως δεν πρέπει να δημιουργηθεί η λανθασμένη εντύπωση πως δεν είναι ορθή.
Η υπόθεση κατασκοπείας στις Ένοπλες Δυνάμεις με αφορμή τη σύλληψη του 54χρονου Σμήναρχου της Πολεμικής Αεροπορίας, καθώς και την κίνηση του Νίκου Δένδια να βάλει στο νόμο 5265/2026 με τίτλο «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή» το άρθρο 298 που προβλέπει αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας, ανοίγει μία ευρύτερη συζήτηση για το ζήτημα της ιθαγένειας, ακόμα και για το αν υπάρχει ανάγκη αλλαγής του Συντάγματος.
Αντίθετη στο Σύνταγμα η ρύθμιση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας
Μιλώντας στο in η Χρυσαφώ Τσούκα, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, σημειώνει πως «η πρώτη παρατήρηση που θα πρέπει να γίνει ως προς τη ρύθμιση του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης (άρθρο 298 του Ν. 5265/2026) σχετικά με την αφαίρεση της ιθαγένειας στην περίπτωση τελέσεως του άρθρου 146 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α΄ 95), περί παραβίασης μυστικών της Πολιτείας, ή του άρθρου 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα (ν. 2287/1995, Α΄ 20), περί μετάδοσης στρατιωτικών μυστικών, εφόσον έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για τα αδικήματα αυτά είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και στο άρθρο 4 §3 αυτού. Και τούτο διότι στο άρθρο 4 §3 του Συντάγματος προβλέπεται ότι «Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος.». Καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν συντρέχει επί του προκειμένου».
Η δυνατότητα αφαίρεσης της ιθανγένειας προβλέπεται στο διεθνές δίκαιο
Ωστόσο σύμφωνα με την κα Τσουκα «τούτου δοθέντος, δεν θα πρέπει να δημιουργηθεί η (λανθασμένη εντύπωση) ότι επί της ουσίας η συγκεκριμένη προσθήκη στο άρθρο 17 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (ΚΕΙ) δεν είναι ορθή. Με την συγκεκριμένη ρύθμιση γίνεται προσπάθεια αντιμετωπίσεως μιας σημαντικής διασπάσεως της σχέσεως πίστεως που εγκαθιδρύεται με την κτήση της (ελληνικής) ιθαγένειας. Η δυνατότητα αφαιρέσεως της ιθαγένειας ενός κράτους προβλέπεται και στο διεθνές δίκαιο (π.χ. στο άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την ιθαγένεια, στο πλαίσιο του οποίου ορίζεται ότι 1. Τα Κράτη μέρη δεν μπορούν να προβλέπουν στην εσωτερική τους νομοθεσία για την αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας ή για την απώλεια της ιθαγένειας βάσει κρατικής ενέργειας εκτός από τις περιπτώσεις : …..δ. συμπεριφοράς που πλήττει σοβαρά τα ζωτικά συμφέροντα του Κράτος μέρους»)».
Το Σύνταγμα και τα προβλήματα στο σύγχρονο κόσμο
Όπως επισημαίνει «το πρόβλημα αντισυνταγματικότητος που ανακύπτει ενόψει αυτής της νέας διατάξεως οφείλεται στη στενή διατύπωση της σχετικής ρυθμίσεως του Συντάγματος που αδυνατεί να αντιμετωπίσει νέα προβλήματα που ανακύπτουν στον σύγχρονο – πολύπλοκο κόσμο. Ένα από αυτά είναι και το πρόβλημα της κατασκοπείας. Ένα άλλο ζήτημα που δεν καλύπτεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος είναι η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας σε περίπτωση συμμετοχής του προσώπου σε διεθνείς τρομοκρατικές πράξεις. Υπό το πρίσμα αυτών των στοιχείων ανακύπτει η ανάγκη αναθεωρήσεως και εκσυγχρονισμού της συγκεκριμένης διατάξεως του Συντάγματος (η οποία και θα πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε – έστω και ορθής ως προς τη δικαιολογητική της βάση – παρεμβάσεως του κοινού νομοθέτη)».
Οι συνέπειες αφαίρεσης της Ιθαγένειας για κατασκοπεία
Ερωτηθείσα για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η αφαίρεση της ιθαγένειας, με αφορμή το άρθρο 298 και πέρα από τα στενά όρια της συγκεκριμένης υπόθεση, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει αντιληπτό η κα Τσούκα απαντά:
«Δεν θα πρέπει να παραβλέψει κανείς τις συνέπειες της αφαιρέσεως της ελληνικής ιθαγένειας, όποια κι αν είναι η νομική βάση της σχετικής αποφάσεως: Είναι σαφές ότι σε περίπτωση εκπτώσεως από την ελληνική ιθαγένεια το πρόσωπο καθίσταται αλλοδαπός ή ανιθαγενής και υπάγεται στο μεταναστευτικό καθεστώς, διέπεται δηλαδή από τον Κώδικα Μετανάστευσης, ενώ επίσης υπάρχει δυνατότητα απελάσεώς του, υπό τους όρους της σχετικής νομοθεσίας. Θα πρέπει δε να διευκρινίσουμε ότι, εάν αυτός που κηρύσσεται έκπτωτος από την ελληνική ιθαγένεια, έχει και άλλη ιθαγένεια απολαύει της προστασίας του άλλου κράτους και μπορεί να διαμείνει στην Ελλάδα ως αλλοδαπός. Υπάρχει όμως το ενδεχόμενο το πρόσωπο να μην έχει καμία άλλη ιθαγένεια, οπότε η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας έχει ως συνέπεια να καθίσταται ανιθαγενής».
Οι ανιθαγενείς
Όπως υπενθυμίζει «στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Ελλάδα έχει κυρώσει την Σύμβαση του 1954 για το καθεστώς των ανιθαγενών η οποία κατοχυρώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα των ανιθαγενών εκ μόνου του λόγου ότι κάποιος είναι ανιθαγενής. Η Σύμβαση αυτή στην πράξη δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, καθώς στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως δεν υπάρχει διαδικασία διαπιστώσεως της ανιθαγένειας (όπως υπάρχει διαδικασία διαπιστώσεως εάν κάποιος είναι πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας). Αυτό σημαίνει ότι το πρόσωπο που χάνει την ελληνική ιθαγένεια χωρίς να έχει κάποια άλλη ιθαγένεια δεν μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς της Συμβάσεως του 1954 και θα μπορεί να παραμείνει στην Ελλάδα βάσει των διατάξεων του Κώδικα Μετανάστευσης (που εφαρμόζεται και επί ανιθαγενών) υπό πολύ δυσχερέστερους όρους».
Σημειώνει δε ότι «ένα άλλο σημείο που θα πρέπει να αναφερθεί σε σχέση με την αφαίρεση της (ελληνικής) ιθαγένειας είναι ότι με βάση τόσο το διεθνές δίκαιο (βλ. π.χ. την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1961 για την εξάλειψη της ανιθαγένειας ή την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1997 για την ιθαγένεια) όσο και (εν τοις πράγμασι) την ελληνική νομοθεσία η αποφυγή της ανιθαγένειας αποτελεί ένα σημαντικό όριο στην απώλεια ορισμένης ιθαγένειας. Οι προαναφερθείσες Συμβάσεις δεν έχουν μεν κυρωθεί από την Ελλάδα, όμως η ελληνική νομοθεσία περί ιθαγένειας διέπεται από πρόνοια για την αποφυγή της ανιθαγένειας, με κατ’ εξοχήν παράδειγμα την κτήση ελληνικής ιθαγένειας από παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα (όχι από Έλληνες γονείς) και δεν αποκτούν άλλη ιθαγένεια: Ενώ το ελληνικό δίκαιο προκειμένου για την κτήση ιθαγένειας από τη γέννηση υιοθετεί την αρχή του αίματος, στην περίπτωση αυτή εφαρμόζει την αρχή του εδάφους ακριβώς για να μην υπάρχουν παιδιά ανιθαγενή. Όσον αφορά ειδικώς την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας η ανάγνωση των σχετικών διατάξεων του ΚΕΙ επιτρέπει να αντιληφθεί κανείς ότι η ανιθαγένεια αποτελεί – εμμέσως πλην σαφώς – όριο για την απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι η αφαίρεση της ιθαγένειας, όποιος κι αν ο λόγος που επιφέρει την συνέπεια αυτή, θα πρέπει να μην επιφέρει την ανιθαγένεια του προσώπου».
Και σημειώνει ότι «η αποφυγή της ανιθαγένειας προκύπτει εξάλλου τόσο από τη νομολογία τόσο του ΕΔΔΑ (βλ. π.χ. της απόφαση Ghoumid και λοιποί κ. Γαλλίας 25 Ιουνίου 2020 (Αρ. προσφ. 52273/16 και 4 ακόμη) όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η οποία είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη [βλ. την απόφαση του ΔΕΕ της 18ης Ιανουαρίου 2022 επί της υποθέσεως C-118/20 (JY κ. Wiener Landesregierung)]».
Η σημασία του δικαίου της ΕΕ
Σύμφωνα με την κα Τσούκα «με την ευκαιρία αυτή θα πρέπει να υπογραμμίσει κανείς την σημασία του ενωσιακού δικαίου, όσον αφορά τα θέματα της ιθαγένειας των κρατών μελών: Αν και όπως αναφέρεται τόσο στο πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όσο και στη νομολογία η ευρωπαϊκή ιθαγένεια είναι συνάρτηση της κατοχής της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους, τα δε κράτη μέλη είναι τα μόνα αρμόδια για τη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων, η διαρκώς εμπλουτιζόμενη νομολογία του Δικαστηρίου τονίζει ότι κατά την άσκηση της αρμοδιότητός τους τα κράτη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις αρχές του δικαίου της Ένωσης».
Όπως υπογραμμίζει δε για τα κράτη μέλη που «πουλούσαν» ιθαγένεια κράτους – μέλους της ΕΕ «με βάση την αρχή αυτή υπάρχει μία σημαντική νομολογία του ΔΕΕ που ελέγχει τις εθνικές λύσεις περί ιθαγένειας, με σημαντικότερη την απόφαση της 29ης Απριλίου 2025 επί της υποθέσεως C-181/23 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κ. Δημοκρατίας της Μάλτας). Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου αποφάνθηκε ότι «Η Δημοκρατία της Μάλτας, θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας θεσμοθετημένο πρόγραμμα χορήγησης ιθαγένειας σε επενδυτές, …. το οποίο θεσπίζει διαδικασία πολιτογράφησης συναλλακτικού χαρακτήρα με αντάλλαγμα προκαθορισμένες πληρωμές ή επενδύσεις και ισοδυναμεί, επομένως, με εμπορευματοποίηση της ιθαγένειας κράτους μέλους καθώς και, κατ’ επέκταση, της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.».
- Τουρκία: Κατέρρευσε το φράγμα Ντιμ στην Αττάλεια – Πλημμύρες και καταστροφές, εκκενώνονται σπίτια
- Κάτω τα χέρια από τον Γιάνη Μαΐστρο!
- All-Star Game: Έγραψε ιστορία ο Λίλαρντ στον διαγωνισμό τριπόντων – Ούτε φέτος θέαμα στα καρφώματα
- Εξευτελισμός, bullying, στερεότυπα: Το America’s Next Top Model ήταν ένα κακόγουστο θρίλερ μόδας
- Κακοκαιρία: Διακοπή και εκτροπή κυκλοφορίας οχημάτων στην εθνική οδό Τρίπολης – Πύργου, λόγω κατολίσθησης
- Τάσεις στην ευρωπαϊκή κρουαζιέρα το 2026: Μικρότερα πλοία, εμπειρίες πολιτισμού και F1






