Η ολοκλήρωση του συνεδρίου της Νέας Αριστεράς απέδειξε γι’ άλλη μια φορά μια αδιαπραγμάτευτη αλήθεια: Είναι εξαιρετικά πιθανό σε μια παρέα πέντε αριστερών να συναντήσεις πέντε εκδοχές της Αριστεράς. Πέντε διαφορετικές απόψεις. Ίσως και πέντε διασπάσεις. Ευτυχώς που δεν έχουμε φτάσει ακόμα στο στάδιο που το ίδιο το άτομο να διασπάται σε περισσότερα. Η Αριστερά πιθανότατα θα θριάμβευε σ’ αυτό.

Το ρεπορτάζ λέει πως το μέλλον για το κόμμα που προέκυψε μετά τη διπλή διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ -όταν αποχώρησαν αρχικά οι της Ομπρέλας κι εν συνεχεία η νεότερη ομάδα των 6+6 κι αποφάσισαν να συνεργαστούν – δεν έχει πολύ δρόμο μπροστά του, τουλάχιστον με τη μορφή που έχει τώρα. Το συνέδριο και όσα ακούστηκαν επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές, παρά το γεγονός ότι είναι πολλοί που επιχειρούν να χρυσώσουν το χάπι, μιλώντας για «πολυφωνία».

Η απουσία του κοινού «εχθρού»

Είναι αλήθεια πως η απειλή που τους ένωσε τότε και συνασπίστηκαν (γνωστή και ως Στέφανος Κασσελάκης), αφήνοντας κατά μέρος τις όποιες διαφωνίες και αντιθέσεις, έχει πάψει εδώ και καιρό να υφίσταται. Κι αν υπήρχαν και τότε διαφωνίες ή διαφορές, τα επίδικα ήταν διαφορετικά και οι διαφωνίες δεν έβγαιναν στο φως. Ο χρόνος όμως πέρασε, το κόμμα απέτυχε να διεκδικήσει κάτι ουσιαστικό στις ευρωεκλογές και το χειρότερο είναι πως στη συνέχεια «κάθισε» ακόμα πιο πολύ, με αποτέλεσμα οι δημοσκοπικές του επιδόσεις έως σήμερα να είναι απαγορευτικές για συμμετοχή στην επόμενη Βουλή.

Εδώ ισχύει απόλυτα το ρητό που λέει πως «όπου υπάρχει φτώχεια υπάρχει και γκρίνια». Συμβαίνει, δε, το εξής οξύμωρο. Από τη μια, οποιοσδήποτε προοδευτικός -και όχι απαραίτητα αριστερών πεποιθήσεων πολίτης- διαβάσει τις θέσεις της Νέας Αριστεράς όπως αποτυπώθηκαν στο συνέδριο, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα συμφωνήσει αν όχι με όλες, τουλάχιστον με την πλειονότητά τους.

Πρόκειται για θέσεις με αριστερό, κοινωνικό πρόσημο και στη λογική της δικαιοσύνης και της ισονομίας. Για παράδειγμα ποιος λέει όχι σε μηδενικό ΦΠΑ στα βασικά είδη και οριζόντιο φόρο 5% σε όλα τα υπόλοιπα ως μέτρο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας; Ποιός θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ως άδικο μέτρο το πλαφόν στα ενοίκια με βάση την αντικειμενική τους αξία ή εκείνο της προστασίας της πρώτης κατοικίας των δανειοληπτών και την υποχρεωτική παρουσία των δανειστών στον εξωδικαστικό, σε ό,τι αφορά τα κόκκινα δάνεια;

Ποιος μπορεί να αρνηθεί την αύξηση των υποδομών του ΕΣΥ και την ενίσχυσή του; Σε επίπεδο δικαιοσύνης ποιός πολίτης θα πει όχι στην αναθεώρηση και ενδεχομένως την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, περί ευθύνης υπουργών; Ή ποιός δεν θα ήθελε μια χώρα με απόλυτα κοσμική εξουσία όπου θα έχει επιτευχθεί ο πλήρης διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας;

Ισχνή απήχηση

Κι όμως. Παρά το γεγονός ότι η Νέα Αριστερά διατυπώνει αυτές τις θέσεις, η απήχησή της παραμένει εξαιρετικά ισχνή στο δημόσιο λόγο. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι μόνο ισχνή, αποδεικνύεται απλώς αόρατη. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετός κόσμος εκεί έξω εξακολουθεί να πιστεύει -βλέποντας γνωστά στελέχη του κόμματος στο δρόμο- ότι ανήκουν ακόμα στον ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή την περίπτωση το πρόβλημα το έχει ο πομπός και όχι ο δέκτης.

Η Νέα Αριστερά αναδύθηκε από έναν βαθιά δοκιμαζόμενο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος βρισκόταν σε διαδικασία ελεύθερης πτώσης ελέω των πεπραγμένων του Στέφανου Κασσελάκη και του κύκλου που τον περιστοίχιζε τότε.. Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που σχηματίστηκε η Νέα Αριστερά έως την αποχώρηση Κασσελάκη από την προεδρία του κόμματος της Κουμουνδούρου. Το εντυπωσιακό είναι ότι και στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολούθησε να χάνει δυνάμεις, τις οποίες όμως δεν καρπώθηκε ούτε στο ελάχιστο η Νέα Αριστερά.

Περί αξιοπιστίας

«Δεν μπορούμε να συμμαχήσουμε με κόμματα και πολιτικούς χώρους που έχουν απολέσει την αξιοπιστία τους», είπε ο γραμματέας της Νέας Αριστεράς, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, μιλώντας στο συνέδριο. Το πρόβλημα είναι πως  ενδεχομένως είναι ο μόνος που μπορεί να υποστηρίζει κάτι τέτοιο, μόνο και μόνο επειδή αποχώρησε όταν διαφώνησε και έμεινε εκτός πολιτικής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν όμως κοιτάξει γύρω του, στις πρώτες θέσεις θα δει πρόσωπα που στελέχωσαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για όλο το διάστημα που διατηρήθηκε στην εξουσία, αλλά και στη συνέχεια, έως τον πρώτο καιρό της περιόδου Κασσελάκη.

Υπό αυτό το πρίσμα το ανάθεμα της αναξιοπιστίας θα έπρεπε περιλαμβάνει κι αυτούς. Είναι γνωστό εξάλλου κι έχει προκύψει ως στοιχείο σε αρκετές έρευνες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε θέμα αξιοπιστίας, το οποίο και πλήρωσε στις εκλογές του 2019. Το επιχείρημα που επικαλείται η τότε αντιπολίτευση του Αλέξη Τσίπρα -και η οποία βρίσκεται σύσσωμη σήμερα ενός της Νέας Αριστεράς- είναι ό,τι διαφωνούσε με τις επιλογές της ηγεσίας και το διακήρυττε με κάθε τρόπο.  Αρκεί αυτό άραγε;

Διαφωνίες

Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι μπορείς να διαφωνήσεις μία, δύο, τρεις φορές και να το δηλώσεις, ωστόσο, όταν αυτό επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, υπάρχει σοβαρό ερώτημα αναφορικά με την παρουσία σου σ’ ένα κομματικό σχηματισμό με τον οποίο δεν συμφωνείς. Η απάντηση που δινόταν τότε στο εύλογο ερώτημα ήταν «δεν χαρίζουμε τον ΣΥΡΙΖΑ σε κανέναν». Η ιστορία στη συνέχεια όμως απέδειξε ότι δεν ακολούθησαν την ίδια τακτική στην περίπτωση του Στέφανου Κασσελάκη. Εκεί επικράτησε η λογική της ολικής ρήξης, της αποχώρησης και της δημιουργίας της Νέας Αριστεράς.

Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω δεν αφορούν παρά ένα συγκεκριμένο ακροατήριο και όχι την πλειονότητα της κοινωνίας. Το βασικό ερώτημα, που μετά το συνέδριο γίνεται ακόμα πιο επίκαιρο και πιεστικό, είναι αν θα αποφασίσει να λειτουργήσει διαφορετικά και να γίνει ελκυστική σε μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου (είτε μόνη είτε συνεργαζόμενη με λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις) ή αν θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε βεβαιότητες που μπορεί να τις ενστερνίζεται μια μεγάλη κομματική παρέα, αλλά για τις οποίες έχει δεύτερες και τρίτες σκέψεις η κοινωνία, που στην τελική είναι και αυτή που επιβραβεύει ή αποδοκιμάζει  κάθε πρόταση στην κάλπη.