Ο Σπύρος Ράπτης θυμάται χαρακτηριστικά την πρώτη μέρα που δημιούργησε προφίλ για την κάβα του στο Skroutz Marketplace. «Είπα στη γυναίκα μου ότι το πρωί θα ξυπνήσω και θα βρω πέντε-έξι notifications», εξηγεί. «Στο τέταρτο πάνω, ακούω «γκλιν-γκλον» – πρώτη παραγγελία. Λέω, να το πρώτο μεροκάματο. Μετά από δέκα λεπτά πάλι, «γκλιν-γκλον». Έρχονταν notifications, όπως στο Facebook και το Instagram. Μόνο που αυτά τα notifications σε πληρώνανε».

Μπορεί το πέρασμα στον κόσμο του ηλεκτρονικού εμπορίου να γίνει τόσο απλό, για επιχειρηματίες της λιανικής χωρίς καμία πρότερη εμπειρία και χωρίς το απαιτούμενο κεφάλαιο για να οικοδομήσουν το δικό τους e-shop; Όπως φαίνεται, μπορεί και με το παραπάνω – με τον όρο ότι οι επιχειρήσεις θα εντοπίσουν και θα αξιοποιήσουν σωστά τις σύγχρονες υπηρεσίες που τους είναι πια διαθέσιμες. Για την κάβα Qavar, τα καταστήματα ένδυσης Italian Factory Outlet και τα εποχιακά καταστήματα Λασία, η λύση βρέθηκε στο Skroutz Marketplace, που τις βοήθησε όχι απλώς να επιβιώσουν, αλλά και να αναπτυχθούν στη διάρκεια της πανδημίας. Και οι ιστορίες τους κρύβουν πολλά μυστικά επιτυχίας στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον.

Από την Ιταλία στα Χανιά και από εκεί στο Λας Βέγκας

Η πανδημία χτύπησε πολύ σφοδρά την επιχείρηση του Άκη Παινεσάκη.

Ο κρητικός επιχειρηματίας με τις σπουδές ιατρικής στην Ιταλία και την αγάπη για τη Γιουβέντους, γύρισε το 2006 στη γενέτειρά του, την Κρήτη, βαθιά συνδεδεμένος με την ιταλική μόδα. Τα ιταλικά επώνυμα ρούχα θα μετατρέπονταν στο επιχειρηματικό του πάθος και θα του έφερναν την επαγγελματική επιτυχία.

Το 2008 κάνει τα πρώτα του μικρά επιχειρηματικά βήματα – «το πρώτο κατάστημα το άνοιξα στο υπόγειο του σπιτιού μου», λέει χαρακτηριστικά. Χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, αλλά και στις καλές σχέσεις που έχει αναπτύξει με μεγάλους ιταλικούς οίκους, το 2020 τον βρίσκει με επτά καταστήματα: έξι στο νομό Χανίων και ένα στο Τορίνο.

Λιανικές πωλήσεις, χονδρική, εξαγωγές. Το Italian Factory Outlet είχε φτάσει πια σε ένα σημείο που έκανε λίγο-πολύ τα πάντα. «Ο μεγαλύτερος πελάτης μας αυτή τη στιγμή είναι στη Νέα Υόρκη», εξηγεί ο ίδιος ο Άκης. «Στέλνουμε ρούχα στην Ιταλία, στο Λονδίνο, στη Σεβίλλη, στο Άμστερνταμ, στη Μόσχα, στο Παρίσι…»

Όμως ο κοροναϊός είχε άλλα σχέδια για την αλυσίδα καταστημάτων. «Είχαμε δεκάδες χιλιάδες εμπορεύματα, αλλά δεν είχαμε ηλεκτρονική παρουσία πουθενά», θυμάται ο Άκης. «Κλείνουν έξι καταστήματα, εικοσιπέντε άτομα σε αναστολή και εμείς γεμάτοι εμπορεύματα». Η στροφή στο ηλεκτρονικό εμπόριο ήταν μονόδρομος – και, ευτυχώς, δεν ήταν δύσκολη υπόθεση, όπως πίστευε ο Άκης πριν την πανδημία.

Την ίδια περίοδο που ο ίδιος και αμέτρητοι άλλοι έμποροι αντιμετώπιζαν την πιο σκληρή κρίση της επαγγελματικής τους ζωής, η Skroutz ανέπτυσσε μια νέα υπηρεσία. Οι προσπάθειές της να δώσει μια διέξοδο στις πιέσεις που δέχονταν οι επιχειρήσεις από τα αλλεπάλληλα lockdown, κατέληξε στη δημιουργία του Skroutz Marketplace, μιας πλατφόρμας που επιτρέπει την πρόσβαση των επιχειρήσεων στο ηλεκτρονικό εμπόριο, ακόμη και αν δεν διαθέτουν το δικό τους e-shop.

Ο τρόπος λειτουργίας της είναι απλός: οι έμποροι εισάγουν στην πλατφόρμα τα προϊόντα τους και αποδέχονται τις παραγγελίες. Η Skroutz αναλαμβάνει τα κόστη και τις καθημερινές, χρονοβόρες διαδικασίες, διεκπεραιώνει τις αποστολές, διαχειρίζεται τις ακυρώσεις και τις επιστροφές, παρέχει υποστήριξη στους πελάτες και διασφαλίζει ασφαλείς πληρωμές.

Για τον Άκη, πρόκειται για ένα σύστημα που δούλεψε – και με το παραπάνω. «Ξαφνικά, εκεί που ήμασταν στο μηδέν, γίναμε partners του Skroutz, και άρχισα να παίρνω τον λογιστή και να του ζητάω να βγάλει τους υπαλλήλους από την αναστολή έναν-έναν, γιατί δεν προλαβαίναμε να πακετάρουμε τις παραγγελίες», θυμάται με εμφανή ενθουσιασμό.

«Το 2020 το Skroutz αποτέλεσε το 40% των πωλήσεών μας. Σήμερα από το πρωί έχουν έρθει 29 παραγγελίες. Συνολικά θα έρθουν, όπως κάθε μέρα, γύρω στις 70-80 μέχρι το βράδυ».

Τώρα, ετοιμάζεται για δυο ακόμη βήματα – ένα εγχώριο και ένα διεθνές. Τον επόμενο μήνα θα «ανέβει» το καινούργιο e-shop του Italian Factory Outlet, στην πλήρως εξελιγμένη μορφή του, και πάλι σε συνεργασία με την Skroutz. Και έναν μήνα αργότερα, η επιχείρηση του Άκη θα κάνει το πρώτο υπερατλαντικό της ταξίδι, αποκτώντας για πρώτη φορά φυσικό κατάστημα εκτός Ευρώπης και συγκεκριμένα στο Λας Βέγκας.

Λασία 12 μήνες το χρόνο

Για τη Λασία, μια μέχρι πρότινος μικρή, εποχιακή επιχείρηση της Άνδρου, το αρχικό σοκ που προκάλεσε η Covid-19 στις τουριστικές επιχειρήσεις διαδέχθηκε μια αναπτυξιακή πορεία άνευ προηγουμένου.

Η ιστορία της επιχείρησης αρχίζει το 1989, όταν η Μαρίνα και ο Γιάννης Κωνσταντίνου ανοίγουν ένα βιβλιοπωλείο στην Άνδρο. Λίγο αργότερα, επεκτείνονται και σε δεύτερο κατάστημα, με παιχνίδια, είδη δώρων και είδη σπιτιού – και, 32 χρόνια μετά, πλέον μοιράζονται τις ευθύνες και τις χαρές των μαγαζιών τους με τις δυο τους κόρες, Ειρήνη και Ελίνα.

Όπως και οι περισσότερες νησιωτικές επιχειρήσεις, τα καταστήματα δούλευαν κυρίως το καλοκαίρι. Έτσι, το χτύπημα που δέχτηκε ο τουρισμός στη διάρκεια των προηγούμενων ετών, είχε σοβαρές επιπτώσεις για τη Λασία.

Ώσπου «στα τέλη Ιουνίου άρχισα να σκέφτομαι να μπω στο Skroutz και μια μέρα το πήρα απόφαση και μπήκα». Η Ειρήνη άρχισε να ανεβάζει τα εμπορεύματα, σιγά-σιγά στην αρχή γιατί «νόμιζα ότι επειδή δεν είχα δικό μου e-shop θα ήταν δύσκολο να το οργανώσω». Όμως αυτά που στην αρχή φαίνονταν βουνό, γρήγορα βρήκαν τον δρόμο τους γιατί, όπως εξηγεί «η πλατφόρμα του Skroutz είναι πολύ εύκολη για τους εμπόρους. Σε δυο-τρεις μέρες μπορεί να τη μάθει ο οποιοσδήποτε».

Η απόφαση της Ειρήνης αποδείχθηκε τόσο σωστή, ώστε η οικογένεια Κωνσταντίνου να μην μπορεί αρχικά να διαχειριστεί την επιτυχία. «Ήμουν στην Αθήνα και ξαφνικά με παίρνει ο πατέρας μου σε κατάσταση σοκ. Είχαμε περισσότερες από 100 παραγγελίες. Βασικά, δεν είχαμε άλλες κούτες για να εξυπηρετήσουμε. Ξαφνικά έψαχνα εισιτήριο για να έρθω να βοηθήσω», θυμάται η ίδια.

Σήμερα, έχει πια ανεβάσει περισσότερα από 3.500 προϊόντα από την τεράστια γκάμα των καταστημάτων Λασία, και συνεχίζει. Αντιστοίχως, όπως λέει, αυξάνονται και οι παραγγελίες. Γεγονός μάλλον αναμενόμενο, αφού πλέον αντί για το περιορισμένο αγοραστικό κοινό της Άνδρου, η επιχείρηση απευθύνεται στη δεξαμενή των 9 εκατομμυρίων χρηστών του Skroutz.

Πλέον, η Λασία είναι μια πλήρως μεταμορφωμένη επιχείρηση. «Μέσα από το Skroutz αναπτυχθήκαμε πάρα πολύ», εξηγεί η Ειρήνη. «Μπορέσαμε να κάνουμε παραγγελίες που δεν τολμούσαμε στο παρελθόν. Μπορέσαμε να γίνουμε από μια μικρή εποχιακή επιχείρηση, μια μόνιμη επιχείρηση που λειτουργεί όλο το χρόνο». Φέτος, θα είναι η πρώτη φορά που η Λασία θα απασχολήσει τους δύο εργαζόμενους της σε όλη τη διάρκεια του έτους.

Premium βήματα εξόδου απ’ το lockdown

Ο Σπύρος Ράπτης παρομοιάζει το Skroutz με «Google της Ελλάδας». Πριν εισάγει την επιχείρησή του, την κάβα Qavar, στην πλατφόρμα, ο τζίρος του είχε σημειώσει μείωση της τάξης του 80% εξαιτίας του δεύτερου lockdown που ανάγκασε τις επιχειρήσεις της εστίασης να κατεβάσουν ρολά. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, σχεδιάζει τα επόμενα βήματα για την ανάπτυξη της κάβας του.

Έχοντας συμπληρώσει πολλά χρόνια εργασιακού βίου, ο Σπύρος ξέρει πώς να ξανασηκώνεται μετά από μια απρόβλεπτη πτώση. Ξεκινώντας από τη θέση του βοηθού σερβιτόρου στα 18 του, κατέληξε bar manager στα 25 του, πριν «συνταξιοδοτηθεί» από τη νύχτα στα 26 του, όταν πήρε πτυχίο Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων από το Πανεπιστήμιο Πειραιά.

«Ήθελα να συνδέσω τη μέρα με τη νύχτα», λέει ο ίδιος. Η πρώτη του προσπάθεια, «ένα μικρό franchise σουπερμάρκετ» δεν πήγε τόσο καλά. Όμως ο Σπύρος δεν τα παράτησε. Τρία χρόνια αργότερα, θα άνοιγε τη δική του επιχείρηση χονδρικής. «Είχα ένα αυτοκίνητο, το είχα πάρει όταν ήμουν μπάρμαν €20.000. Το πούλησα €8.500, πήρα με €5.000 ένα βανάκι και €3.000 ποτά. Έτσι ξεκίνησα μια αποθήκη. Έξι μήνες μετά ανοίξαμε και το κατάστημα της λιανικής», θυμάται.

Μπορεί ο χειμώνας του 2020 να ήταν δύσκολος, όμως το καλοκαίρι «για εμάς ήταν η καλύτερη στιγμή», όπως εξηγεί. «Ήμασταν μια έμπειρη κάβα, κλείναμε τον τρίτο χρόνο, κι ο κόσμος αν και είχε περάσει ένα lockdown, ήθελε να βγει. Η αγορά ήταν στα πάνω της».

Στη διάρκεια του δεύτερου lockdown, τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Όμως για άλλη μια φορά ο Σπύρος βρήκε τον τρόπο: «Μου ήρθε η ιδέα να μπω στο Skroutz. Ήταν σαν να μπήκαμε στο Google της Ελλάδας. Άρχισαν να μας παίρνουν από όλη τη χώρα, και από χονδρική και από λιανική, και να μας ρωτάνε για πράγματα που δεν έβρισκαν στην τοπική τους κάβα. Ήταν μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση που μπήκαμε ξανά στην αγορά».

Πέραν της ευκολίας της πλατφόρμας – είναι χαρακτηριστικό ότι κατάφερε να εισάγει 3.500 κωδικούς μέσα σε μια μόλις εβδομάδα – ο Σπύρος διακρίνει δυο μεγάλα θετικά από την είσοδό του στο Skroutz Marketplace: «Πρώτον, μπόρεσα να δω τις τιμές του ανταγωνισμού, για να γίνω πιο ανταγωνιστικός κι εγώ και να κάνω καλύτερες αγορές. Και δεύτερον με βοήθησε να δω τι ήθελε ο κόσμος. Όταν έβαλα “κατάταξη κατά δημοτικότητα”, μπορούσα να δω ποια ήταν τα πρώτα 100 προϊόντα σε όλη την Ελλάδα».

Πλέον, οι λάτρεις των premium ποτών από όλη τη χώρα μπορούν να βρουν μέσα σε λίγα κλικ την επιχείρησή του. Και εκείνος είναι έτοιμος για το επόμενο βήμα: «Το καινούργιο μου εγχείρημα είναι το Gentlemen’s Tasting Club το οποίο κάνει event σε όλη την Αθήνα», αναφέρει. «Ελπίζω σύντομα να μπορέσω να βάλω τα testing kits και στο Skroutz για να μπορείς να δοκιμάζεις από την ασφάλεια του σπιτιού σου».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr