Τα προγράμματα που στέλνουν μαθητές και φοιτητές σε μια άλλη χώρα δεν είναι κάτι καινούργιο. Την δεκαετία του ’90, μαθητές λυκείου πήγαιναν σε Ευρώπη και Αμερική για να τελειώσουν την τρίτη λυκείου και να ζυμωθούν μέσα από την καθημερινότητά τους σε ένα άλλο περιβάλλον. Ζούσαν ως φιλοξενούμενοι στην οικογένεια κάποιου συμμαθητή τους και κέρδιζαν καθημερινά πολύτιμες εμπειρίες που έμελλε να τους μείνουν ανεξίτηλες.

Ποιο ήταν ακριβώς το «καθεστώς» εκείνα τα χρόνια με την δυνατότητα ανταλλαγής μαθητών;  Γιατί αποφάσισες να πας στην Αμερική;

Όταν μιλάμε για πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών, δεν εννοούμε κυριολεκτικά να έρθει π.χ. ένας μαθητής εδώ και να πάω εγώ στη θέση του στην Αμερική. Όχι. Ο όρος «ανταλλαγή», θα έλεγα πως αναφέρεται στην ανταλλαγή εμπειριών, γνώσεων και συνηθειών μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές κουλτούρες. Εγώ είχα ακούσει για το πρόγραμμα και τη δυνατότητα αυτή όταν ήμουν στο δημοτικό ακόμα, όταν η κόρη μιας φιλικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη είχε πάει για ένα χρόνο στην Καλιφόρνια. Η οικογένεια αυτή μάς σύστησε στον Οργανισμό (Youth For Understanding) και ρωτήσαμε τι ακριβώς χρειαζόταν για να το κάνω κι εγώ.

Απαραίτητο ήταν το καλό επίπεδο αγγλικών (πτυχίο, αλλά και γραπτές και προφορικές εξετάσεις). Από κει και πέρα, υπήρχε η διαδικασία της αίτησης, με πληροφορίες για σένα (προσωπικά στοιχεία, χόμπι, συνήθειες, ενδιαφέροντα κλπ.), ώστε να βρεθεί η κατάλληλη οικογένεια που θα σε φιλοξενήσει για έναν ολόκληρο χρόνο.

Στο σημείο αυτό να πω ότι όλες οι οικογένειες που συμμετέχουν σε ανάλογα προγράμματα το κάνουν σε εθελοντική βάση (με ό,τι συνεπάγεται αυτό, δηλαδή δεν πληρώνονται, αντίθετα επιβαρύνονται με τα έξοδα διαβίωσης ενός έξτρα ατόμου για έναν ολόκληρο χρόνο, αφού το νέο μέλος της οικογένειας, είναι αυτό ακριβώς: ένα νέο μέλος της οικογένειάς τους) και με μοναδικό σκοπό, να γνωρίσουν μια άλλη κουλτούρα, ένα παιδί από μια άλλη χώρα, με διαφορετικές συνήθειες. Είναι η «ανταλλαγή» που λέγαμε.

Αμερικανική χλωρίδα και ένας μελλοντικός εκδότης σε πλήρη ανεμελιά

Αφού είχε ετοιμαστεί ο φάκελός μου, έφυγε για τα κεντρικά της οργάνωσης στις ΗΠΑ. Και στη συνέχεια, δουλειά τους ήταν να με «ταιριάξουν» με την κατάλληλη οικογένεια. Όταν βρέθηκε η οικογένεια, μου έστειλαν πληροφορίες γι’ αυτή και μου είπαν ότι θα ήθελαν να με φιλοξενήσουν για έναν χρόνο. Επικοινωνήσαμε με επιστολές (μιλάμε για το 1992 –δεν υπήρχε ίντερνετ). Αυτό ήταν. Είχε βρεθεί η οικογένειά μου για τον επόμενο ένα χρόνο.

Στην ερώτηση γιατί αποφάσισα να πάω, έχω μια απάντηση: Από το δημοτικό κιόλας είχα μεγάλη αδυναμία στην Αμερική. Η αγάπη αυτή δεν πήγαζε από την οικογένειά μου. Θέλω να πω ότι οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με την Αμερική (ούτε είχαμε κάποιον συγγενή εκεί), ούτε κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια.

Θες οι ταινίες και τα βιβλία; Θες το μυαλό μου που πάντοτε ταξίδευε σε ολόκληρο τον κόσμο; Θες όλα αυτά μαζί; Να φανταστείς ότι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία στο δημοτικό και στο γυμνάσιο ήταν ένας τεράστιος, πολυσέλιδος άτλαντας του Reader’s Digest.

Τον άνοιγα και μελετούσα με τις ώρες όλες τις χώρες της γης. Ειδικά όταν πήγαινα στις σελίδες των ΗΠΑ (ο χάρτης ήταν λεπτομερέστατος, με δισέλιδα για κάθε πολιτεία) χανόμουν. Κοιτούσα δρόμους, πόλεις, χωριά και ονειρευόμουν ταξίδια. Άτλαντας και υδρόγειος στο γραφείο μου, φωτογραφίες από τη Νέα Υόρκη και την άγρια Δύση στους τοίχους του δωματίου μου.

Να σημειώσω ότι το καλοκαίρι εκείνο –πριν φύγω για Αμερική–, φιλοξενήσαμε κι εμείς έναν Αμερικάνο, συνομήλικό μου) από τη Γιούτα για ένα μήνα στην Ελλάδα. Η δική του βέβαια εμπειρία ήταν περισσότερο «τουριστική», αφού ούτε σχολείο παρακολούθησε, ούτε μαθήματα. Έμεινε με την οικογένειά μου και είδε πώς είναι να ζεις στην Ελλάδα ή έστω πώς είναι να κάνεις διακοπές στην Ελλάδα, γιατί αυτό κάναμε. Είχαμε πάει και 10 μέρες στα νησιά!

Και πού ακριβώς ήσουν; Η Αμερική είναι τεράστια…

Δεν είχα δικαίωμα επιλογής περιοχής. Όταν έκανα την αίτηση και πέρασα από τις αναγκαίες συνεντεύξεις και εξετάσεις, γνώριζα ότι θα μπορούσα να βρεθώ οπουδήποτε. Από τη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, μέχρι την Αλάσκα και τη Χαβάη. Το πού θα πήγαινα τελικά, εξαρτιόνταν από την κατάλληλη οικογένεια. Και η δική μου οικογένεια βρέθηκε στα προάστια της Ουάσινγκτον, της πρωτεύουσας. Στην πολιτεία του Μέριλαντ. Τη χρονιά εκείνη, αν θυμάμαι καλά, από την Ελλάδα φύγαμε γύρω στα 15 παιδιά και διασκορπιστήκαμε σε κάθε άκρη των ΗΠΑ.

Το προσωρινό σπίτι του Χάρη Νικολακάκη

Πώς ήταν η οικογένεια που σε φιλοξένησε;

Η μαμά η Λι δούλευε τότε σε έναν μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικό όμιλο, ο μπαμπάς Ράσελ δούλευε στο Πεντάγωνο και τα τρία παιδιά, ο μεγαλύτερος, σχεδόν συνομήλικός μου Κάμερον, ο εντεκάχρονος Άλεκ και ο εννιάχρονος Τζον. Μια αγαπημένη πενταμελής οικογένεια, που για ένα χρόνο έγινε εξαμελής και φυσικά δεν τους ξέχασα και δεν θα τους ξεχάσω ποτέ.

Στο σχολείο με τα αγγλικά αντιμετώπισες δυσκολίες;

Με τα αγγλικά καμία. Οι καθηγητές ήταν απίστευτα φιλικοί και πρόθυμοι να με βοηθήσουν σε οτιδήποτε χρειαζόμουν. Δεν ήταν απλώς καθηγητές, ήταν φίλοι. Με κάποιους ήρθαμε πολύ κοντά και κρατήσαμε επαφή και όταν γύρισα στην Ελλάδα.

Και η σχολική σύμβουλος που είχα ήταν μια καταπληκτική κυρία που με βοήθησε σε πάρα πολλές καταστάσεις –και ψυχολογικά και πρακτικά. Θα σου πω μια φοβερή δυσκολία που παρουσιάστηκε στη μέση της χρονιάς και πώς την ξεπεράσαμε. Αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, με κάλεσαν στο γραφείο του διευθυντή να μου ανακοινώσουν ότι υπήρχε ένα γραφειοκρατικό πρόβλημα που δεν θα μου επέτρεπε (τελικά) να αποφοιτήσω από το λύκειο –και συνεπώς θα έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα και να επαναλάβω την τάξη.

Το πρόβλημα ήταν ότι δεν συμπλήρωνα αρκετά «μόρια»/χρόνια στο μάθημα των αγγλικών για να μπορέσω να αποφοιτήσω. Ήταν ένα καθαρά τεχνικό πρόβλημα. Επειδή στα αρχεία μου από την Ελλάδα δεν υπήρχαν τα αγγλικά (ως ξένη γλώσσα στο σχολείο έκανα γαλλικά) δεν μπορούσαν να βρεθούν τα απαραίτητα 4 χρόνια φοίτησης αγγλικών για να πάρω το απολυτήριο του λυκείου.

Καθίσαμε με τους καθηγητές και τη σύμβουλό μου και σπάσαμε τα κεφάλια μας να βρούμε τι μπορούσε να γίνει. Επειδή δε ήμασταν δίπλα στη Ουάσιγκτον, θυμάμαι πως σε μία από τις συναντήσεις μας είχε έρθει και μια κυρία από το Υπουργείο Παιδείας για να μας βοηθήσει. Και βρέθηκε η λύση, μόνο που χρειαζόταν να θυσιάσω απίστευτα πολλές ώρες…

Μου αναγνωρίστηκε η χρονιά που έκανα εκεί και ένας χρόνος ακόμα, λόγω του lower που είχα. Μου έλειπαν 2 χρόνια αγγλικών για να μπορέσω να αποφοιτήσω. Και για να τα συμπληρώσω, η μοναδική λύση ήταν να πάω παράλληλα σε εσπερινό λύκειο (κάθε απόγευμα 3-4 ώρες) και Σαββατιάτικο λύκειο (άλλες 3 ώρες). Το σκέφτηκα πολύ καλά.

Θυμάμαι, μέχρι και για φαγητό έξω είχαμε βγει με τη σύμβουλό μου ένα Κυριακάτικο μεσημέρι για να συζητήσουμε και να δούμε αν άξιζε να το κάνω –για τέτοιους ανθρώπους μιλάμε, δοτικούς και προστατευτικούς. Και τελικά, πήρα βαθιά ανάσα και είπα θα το κάνω.

Θυμάμαι ότι αρχές Φεβρουαρίου που είχαμε το spring break στο σχολείο πήγα μια καταπληκτική εκδρομή στη Φλόριντα με καμιά τριανταριά παιδιά (κι αυτοί exchange students, με το ίδιο πρόγραμμα) απ’ όλο τον κόσμο και όταν γύρισα ξεκίνησα εσπερινό και Σαββατιάτικο σχολείο. Επί τέσσερις και πλέον μήνες δεν πήρα ανάσα. Από το ένα σχολείο στο άλλο. Τι εμπειρία κι αυτή.

Όχι μόνο επειδή έκανα τόσες πολλές ώρες μαθήματα, αλλά κι επειδή, όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, ήρθα σε επαφή με άτομα που δε θα μπορούσα να έχω γνωρίσει αλλιώς. Εργαζόμενους που δεν είχαν τελειώσει το σχολείο όταν έπρεπε, άλλους που είχαν χάσει χρονιά για πολλούς και διάφορους λόγους… Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Αλλά είχα έναν στόχο. Και τον πέτυχα…

Τι σου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση στην Αμερικη;

Η αμεσότητα των ανθρώπων. Η αίσθηση ότι στη χώρα αυτή όλα είναι δυνατά. Ότι η εικόνα που είχα για την Αμερική μέσα από τις ταινίες και την τηλεόραση, δεν απείχε και τόσο από την πραγματικότητα (τουλάχιστον σε σχέση με το σχολείο και την καθημερινότητα).

Επίσης οι ποσότητες των φαγητών (χα χα, αλήθεια!) και τα υπέροχα γλυκά. Και, συχνά, το γεγονός ότι πολλοί ζούσαν στον μικρόκοσμό τους. Ότι δηλαδή δεν γνώριζαν τι συνέβαινε πέρα από την πόλη τους. Εκείνη ιδιαίτερα την εποχή, που δεν υπήρχε το ίντερνετ, ήταν έτσι ακριβώς. Όχι πως στην Ελλάδα ήταν εντελώς διαφορετικά, αλλά εκεί μου «χτύπησε» περισσότερο, ειδικά σε πολλά παιδιά της ηλικίας μου.

Θυμάμαι, πως είχα κάνει δυο-τρεις «ομιλίες» σε άλλα σχολεία, σε άλλα λύκεια της περιοχής, για την εμπειρία μου στην Αμερική, ως μαθητής προερχόμενος από την Ελλάδα. Οι ερωτήσεις που μου έκαναν ορισμένοι (στα σοβαρά) ήταν απίστευτες! Από το αν έχουμε τηλεόραση στην Ελλάδα, μέχρι το αν πιστεύουμε στους 12 Θεούς κι αν ντυνόμαστε με χλαμύδες…Τι γέλιο.

Πού είναι η ελληνική σου χλαμύδα, Χάρη;

Έκτοτε, έχεις ξαναταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες; Κρατάς επαφές με κάποιον από τους ανθρώπους που είχες γνωρίσει εκείνη την εποχή;

Έχω ταξιδέψει και για δουλειά και για διακοπές. Ελπίζω όταν τελειώσει όλο αυτό που ζούμε με την πανδημία, να καταφέρουμε να κάνουμε με τη γυναίκα μου την Ειρήνη ένα ταξίδι που το ονειρεύομαι εδώ και αρκετό καιρό. Αριζόνα-Νεβάδα-Καλιφόρνια.

Επαφές κρατάω μόνο με την οικογένεια. Δυστυχώς, το ’93 που γύρισα στην Ελλάδα δεν υπήρχε ίντερνετ και ο μοναδικός τρόπος να κρατήσεις επαφή ήταν η αλληλογραφία. Κράτησα με πολλούς για κάποια χρόνια, αλλά από τη μια οι συνεχείς μετακομίσεις (από τότε έζησα σε τέσσερα διαφορετικά μέρη στην Αγγλία, στη Γαλλία κλπ.) από την άλλη τα χρόνια που πέρασαν και οι αλλαγές που έφεραν μαζί τους, χάσαμε επαφή…

Τι ονειρευόταν για την ζωή του ο 17χρονος Χάρης; Βγήκε τίποτα από όλα αληθινό;

Το μεγαλύτερό μου όνειρο εκείνη την εποχή ήταν να ταξιδέψω και να γνωρίσω διαφορετικούς ανθρώπους. Στα 17, νιώθεις ότι έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου και ότι θα προλάβεις να κάνεις τα πάντα.

Αυτό που μου έδωσε η εμπειρία της Αμερικής στην ηλικία εκείνη (βασικά το καλοκαίρι που πήγα εκεί δεν ήμουν καν 17, τα 17 τα έκλεισα το Δεκέμβριο της χρονιάς μου στις ΗΠΑ) ήταν να νιώσω ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα τεράστιο «χωριό».

Να καταλάβω ότι δεν πρέπει να σε επηρεάζει ούτε το χρώμα του άλλου, ούτε η σεξουαλική του ταυτότητα, ούτε το φύλο, ούτε η θρησκεία- ή η απουσία αυτής. Έμαθα -έτσι νομίζω τουλάχιστον- όχι απλώς να είμαι ανεκτικός στη διαφορετικότητα, όποια μορφή κι αν έχει αυτή, αλλά να ενθαρρύνω και τους άλλους να την αποδεχθούν και να την αγκαλιάσουν. Το ίδιο έχω μάθει και στα παιδιά μου.

Chicken Wings και Συμπάθεια

Τι θυμάσαι ανεξίτηλα από εκείνη την περίοδο της ζωής σου;

Θυμάμαι τη ζωή με την οικογένεια, τα παραδοσιακά αμερικάνικα Χριστούγεννα και το Halloween (που ήταν και το «κόλλημά» μου πριν πάω εκεί), τις εκδρομές και τα ταξίδια που έκανα εκείνη τη χρονιά, τους φίλους που έκανα-όχι μόνο τους Αμερικάνους, αλλά και τα παιδιά απ’ όλο τον κόσμο που γνώρισα εκεί, μαθητές σαν κι εμένα από άλλες χώρες: Ιαπωνία, Γερμανία, Χιλή, Σουηδία, Ολλανδία, Κολομβία, Ισπανία, Φιλιππίνες, Γαλλία, Φινλανδία, Νορβηγία… Απίστευτη εμπειρία!

Πώς σε υποδέχθηκαν «πίσω»;

Εδώ θα σου μιλήσω μόνο για την οικογένειά μου. Νομίζω πως μπορεί κανείς να φανταστεί τι σημαίνει για τους γονείς να αποχωρίζονται το παιδί τους για έναν ολόκληρο χρόνο στην ηλικία των 16 μισό. Και επί ένα χρόνο να μιλάμε τηλεφωνικά μόνο μια φορά την εβδομάδα (ακόμα θυμάμαι το τηλεφωνικό μας ραντεβού, κάθε Παρασκευή με το που γυρνούσα από το σχολείο στις 3 το μεσημέρι -10 η ώρα, το βράδυ, Ελλάδας).

Και φυσικά, όσο κι αν έζησα στο έπακρο την εμπειρία αυτή, μου έλειψε κι εμένα πολύ η οικογένειά μου εκείνη τη χρονιά. Η αλήθεια είναι ότι γύρισα αλλαγμένος (μια αλλαγή που ξετυλίχτηκε σιγά-σιγά μέσα στα επόμενα χρόνια και είχε περισσότερο να κάνει με την αυτοπεποίθηση που απέκτησα ότι θα μπορούσα να τα καταφέρω μόνος μου οπουδήποτε και σε οποιαδήποτε κατάσταση) και με μια τάση να πειραματίζομαι με τα όριά μου: να κάνω αυτό, να δοκιμάσω εκείνο, να πάω εκεί, να δω αν αντέχω το άλλο…

Πόσο διαφορετική ήταν η Αμερική τότε και τώρα;

Γενικά αποφεύγω να γενικεύω και ειδικά, είναι πολύ δύσκολο να γενικεύεις για την Αμερική. Για μένα η Αμερική δεν είναι μια χώρα. Είναι πολλές. Αν πας τώρα για παράδειγμα στη Βοστόνη, μπορεί να ανακαλύψεις ότι o Βοστονέζος μπορεί να έχει περισσότερα κοινά με εσένα απ’ ό,τι με κάποιον από ένα χωριό στο Τέξας, για παράδειγμα.

Οι ΗΠΑ, όπως όλες οι χώρες, αλλάζουν συνεχώς. Εγώ θα σταθώ στα θετικά της παγκοσμιοποίησης. Νομίζω ότι τώρα, οι πολίτες των χωρών της δύσης είναι πιο κοντά πολιτισμικά μεταξύ τους, απ’ ό,τι ήταν πριν από 30 χρόνια.

Προσωπικά, θα ήθελα να υπάρξει μεγαλύτερη κατανόηση, «πλησίασμα», ουσιαστική επικοινωνία, και με τις υπόλοιπες χώρες. Τα ταξίδια και οι «ανταλλαγές» εμπειριών είναι ο καλύτερος τρόπος για να έρθουν οι λαοί πιο κοντά. Και δεν πιστεύω πως αυτό είναι ουτοπικό.

*Ο Χάρης Νικολακάκης είναι o εκδότης των BELL

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο